Translate

Βιτρώ Εικονογραφία !!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Εφηβεία ...στην ανατολή της ζωής...




Αναστασίας Ν. Κυνηγοπούλου
Διδάκτορος Α.Π.Θ.


 Εισαγωγικά 
 
Η εφηβεία είναι η ηλικιακή περίοδος του πειραματισμού και της αμφισβήτησης, προκειμένου να κατακτηθούν βασικοί ψυχοκοινωνικοί στόχοι πριν την έναρξη της ενηλίκου ζωής. Οι ψυχοκοινωνικοί αυτοί στόχοι είναι η κατάκτηση της αυτονομίας, η θετική εικόνα εαυτού και η δημιουργία προσωπικής ταυτότητας (καθορισμός επιλογών που χαρακτηρίζουν το κάθε άτομο). Συνεπώς, η εφηβεία υπήρξε πάντα μία περίοδος «δύσκολη» για το κοινωνικό περιβάλλον και είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακή και πάντα σύγχρονη η περιγραφή του Πλάτωνα στην «Πολιτεία», το 427 π.χ.:
«Ο γιoς αισθάνεται ίσος με τον πατέρα.
 Δεν σέβεται καθόλου τους γονείς του.
 Το μόνο που θέλει είναι να είναι ελεύθερος.
 Οι μαθητές προσβάλουν τους δασκάλους τους.»
Οι σημερινοί έφηβοι ωστόσο, αντιμετωπίζουν επιπλέον δυσκολίες λόγω των σύγχρονων κοινωνικών δομών και του τρόπου ζωής (φαινόμενα διαζυγίου και μετανάστευσης, ανεργία, υπεραπασχόληση γονέων, πίεση από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.), υπερπληροφόρηση και μεγάλη τεχνολογική ανάπτυξη, διεύρυνση του χάσματος γενεών- λόγω του ότι οι νέοι υιοθετούν εύκολα τις νέες τεχνολογίες κ.α.).

 Η σχέση με τον Θεό

Στην προσπάθεια να λάβει προσωπικό νόημα και περιεχόμενο η σχέση με τον Θεό ενδέχεται να παρατηρηθεί το παράδοξο φαινόμενο ο έφηβος να απομακρυνθεί από την μέχρι τότε σχέση του με την Εκκλησία. Η περίφημη αντιδραστικότητα ως προς τις εκκλησιαστικές συνήθειές του (εκκλησιασμός, μυστηριακή ζωή, προσευχή, κατηχητικό), η τόσο ενοχλητική αμφισβήτηση των γονέων του και των θεολόγων καθηγητών σε θέματα πίστης, ο εμφανώς αμυντικός ορθολογισμός του, δεν αποσκοπούν σε τίποτε άλλο παρά στο να του παράσχουν την απαιτούμενη ψυχική απόσταση από το θέμα ώστε να διαμορφώσει τις δικές του προϋποθέσεις, να το κάμει δικό του. Ακόμη και όταν δεν το γνωρίζει ο ίδιος, απώτερος στόχος του είναι να διαμορφώσει προσωπική ζωντανή σχέση με τον Θεό, αποβάλλοντας όλες εκείνες τις νοσηρές και επιζήμιες πλευρές της πίστης τις οποίες ενδεχομένως έλαβε. Το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι αυτές ενδέχεται να κερδίσουν τελικά το παιχνίδι,  κρατώντας τον οριστικά μακριά από την πίστη.
Αλλά δεν είναι απαραίτητο να επαναστατεί για να αρνηθεί τα προβληματικά στοιχεία που του δόθηκαν· η αντίδρασή του μπορεί να είναι απλά μια φυσιολογική διαδικασία αυτονομίας. «Ακόμη και αν ένας έφηβος μεγάλωνε μέσα σε μία «τέλεια Εκκλησία», πιθανό να έβρισκε πάλι κάποιο λόγο να «επαναστατήσει»... Αυτή η απογοήτευση από την Εκκλησία μπορεί να είναι μερικές φορές ένα αναγκαίο μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής διαδικασίας, ειδικά για εκείνους τους εφήβους που ανατράφηκαν σε χριστιανικές οικογένειες. Στην πραγματικότητα πιστεύεται πλέον πως μια περίοδος αμφισβήτησης και αμφιβολίας είναι ένα φυσιολογικό τμήμα της εφηβείας· για κάποιους μάλιστα, αν όχι για όλους, ενδέχεται να είναι απαραίτητη για να επιτύχουν την πλήρη εξέλιξή τους προς μια ώριμη, προσωπική, εξωτερικευμένη, και σταθερή πίστη... Αν όμως η αμφισβήτηση αντιμετωπισθεί με καταδικαστικό τρόπο, ενδέχεται να ωθήσει προς μια κλιμάκωση της συμπεριφοράς του, μονιμοποίηση των αμφιβολιών του, και εδραίωση της επαναστατικής στάσης του». Το κρίσιμο ζήτημα δηλαδή είναι πώς θα χειριστούν την εφηβική αμφισβήτηση οι γονείς και η Εκκλησία εν γένει..
Οι οποίοι χρειάζεται να μην ξεγελαστούν από τα φαινόμενα. Χαιρόμαστε να νομίζουμε πως ο έφηβός μας θρησκεύει συνειδητά επειδή αυτό μας κολακεύει. Ο έφηβος που δεν επαναστατεί προς την Εκκλησία, όμως, καθόλου δεν σημαίνει πως διαθέτει ώριμη πίστη. Ενδέχεται να έχει καθηλωθεί σε μια συμβατική πίστη και ηθικότητα, ακριβώς όπως μπορεί να συμβεί αναστολή στην εξέλιξη της ταυτότητας.
Άλλωστε στην εφηβεία λαμβάνει χώρα μια ρευστοποίηση των ψυχικών αμυνών που είχαν προηγουμένως εγκαθιδρυθεί, με αποτέλεσμα να επικρατεί άγχος, να νοιώθουν απροστάτευτοι και ευάλωτοι. Έτσι λοιπόν επιστρατεύουν νέες άμυνες, μερικές φορές σκληρότερες: τη διανοητικοποίηση, τον ασκητισμό, την ιδεολογία (συνήθως εθνικισμό). Συχνά πρόκειται για άμυνες που κινητοποιούνται ενάντια στην διάχυση της ταυτότητας. Όταν λοιπόν χρησιμοποιείται η θρησκευτικότητα ως άμυνα, τότε δεν είναι αξιόπιστη και συνήθως εξατμίζεται. Στις περιπτώσεις που θα διαρκέσει εφ’ όρου ζωής σχηματίζει μια πίστη φανατική, επιθετική, σκληροπυρηνική, που αντιτίθεται σε κάθε αλλαγή.
Η κρίση στην πίστη του εφήβου συχνά είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Ο Shelton συνοψίζει κάποιες:
-Πίεση από συνομηλίκους: δίνει βαρύτητα στη γνώμη τους ή δεν θέλει να διαφέρει.
-Θεσμική αλλοτρίωση: η λατρεία τις περισσότερες φορές είναι απρόσωπη και αφιλόξενη για τους εφήβους, ενώ η οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής και διοίκησης δεν τους λαμβάνει υπ’ όψιν.
-Αποχωρισμός από τους γονείς: επειδή οι γονείς συνήθως ευθυγραμμίζονται με τις θεσμικές στάσεις και αξίες, το να πάρει ο έφηβος απόσταση από αυτές αντανακλά την προσπάθειά του να αποχωριστεί από τη γονεϊκή αυθεντία και να ανακαλύψει τι ο Θεός σημαίνει γι’ αυτόν.
-Επαναστατικότητα: συχνά έρχεται να βοηθήσει στη διαμόρφωση ταυτότητος. Τυχόν αρνητική αποδοχή της από τους γονέας δημιουργεί φαύλο κύκλο και ενισχύει την εφηβική αντίληψη «αυτοί είναι οι δικοί μου οι δρόμοι και δεν έχω ανάγκη τους δικούς σας».
-Αναζήτηση νοήματος: στα νέα υπαρξιακά ερωτήματα οι παλιές απαντήσεις δεν επαρκούν και οι μεγάλοι δεν είναι σε θέση να αναβαθμίσουν τις απαντήσεις τους· απαντούν σε εφήβους όπως θα απαντούσαν σε παιδιά δημοτικού, κάτι αρκετά συνηθισμένο δυστυχώς.
-Διάψευση και απογοήτευση: η ασυνέπεια πολλών ενηλίκων χριστιανών προκαλεί θυμό και αποθάρρυνση.
-Προσωπική δυσκολία: συναισθηματικές συγκρούσεις, προσωπικές ανασφάλειες, προβλήματα προσαρμογής ενδέχεται να δυσχεράνουν μια βαθύτερη δέσμευση με την πίστη. Αυτοί χρειάζονται μια ποιμαντική που θα αντιμετωπίσει πρώτα τις προσωπικές τους δυσκολίες.
-Περιβάλλον: η περιρρέουσα κοινωνική και πολιτισμική ατμόσφαιρα δεν ευνοεί την ουσιαστική και συνεπή σχέση με τον Θεό.
Η ερώτηση είναι μητέρα της μάθησης, κάτι που πιθανόν πολλοί ενήλικες δεν συνειδητοποίησαν κατά τη δική τους εφηβεία. «Η αμφιβολία χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως μέρος της νεανικής αναζήτησης για νόημα και αλήθεια... Είναι σε θέση να ενθαρρύνει την ωρίμανση και όχι να την καθυστερήσει. Εννοείται πως οι ενήλικες που φροντίζουν ποιμαντικά τους εφήβους δεν πρέπει να τους γεννούν αχρείαστη αμφιβολία και αρνητικότητα».
Το ζητούμενο στην θρησκευτική αγωγή δεν είναι πάση θυσία το αποτέλεσμα. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Εξ άλλου, η αυταρχική αγωγή μετατρέπεται τελικά στον ασφαλέστερο τρόπο για να μην υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα. «Η καταπίεση εκ μέρους των γονέων μειώνει τις πιθανότητες για ανάπτυξη προσωπικής ταυτότητας, άρα ενδέχεται να οδηγήσει σε εξωτερικούς ηθικούς στόχους και όχι εσωτερικοποιημένους. Έφηβοι, όμως, των οποίων οι γονείς υιοθέτησαν δημοκρατικό τρόπο αγωγής που συνοδευόταν από επικοινωνία, είναι πιο πιθανό να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις και να εξωτερικεύσουν τις αξίες των γονέων τους».
Όπως τονίζει ο Fuller, «η επαναστατικότητα των εφήβων συχνά εκφράζεται ως απόρριψη της θρησκευτικής πίστης των γονέων τους. Άλλοι μπορεί να ανταποκριθούν στα ψυχολογικά αιτήματα του σχηματισμού ταυτότητας εντασσόμενοι σε μια θρησκευτικά ομολογία ή σέκτα εντελώς διαφορετικά από εκείνη των γονέων τους, ενώ άλλοι μπορεί να επιβεβαιώσουν τη θρησκεία των γονέων τους με ιδιαίτερα φανατικό τρόπο... Η αμφιβολία
δεν είναι εχθρός της θρησκευτικής πίστης, αλλά συχνά ο μεγαλύτερος σύμμαχός της, δεδομένου ότι επωάζει την προσωπική και στοχαστική πίστη».
Είναι η δίψα για προσωπικά νόημα που γεννά την αντιδραστικότητα, αφού πολλοί έφηβοι μέσα τους έχουν αποδεχθεί τις υπαρξιακές επιλογές των γονέων τους και επιθυμούν να τις συνεχίσουν, αλλά μη έχοντας ολοκληρώσει την ψυχική τους ανεξαρτησία αδυνατούν να το πράξουν ώστε να μη δεχθούν ταπεινωτικό πλήγμα στο αίσθημα ταυτότητας. Η ταυτότητα είναι ώριμη σε όσο βαθμό έχει φιλοτεχνηθεί από τον ίδιο τον έφηβο, στο μέτρο που αισθάνεται εγκατεστημένος μέσα της. Στα πλαίσια της αντιδραστικότητας, βέβαια, μπορούμε να παρατηρήσουμε και τα αντίθετο φαινόμενο: εφήβους που προστρέχουν στην θρησκευτικότητα σε πείσμα των εναντίων συνθηκών της οικογένειας, μια επιλογή χωρίς διάρκεια συνήθως, ακριβώς γι' αυτό το λόγο.
Μία τέτοια εξέλιξη όμως δεν είναι πάντα ευτυχής. Το θρησκευτικό φαινόμενο, διεθνώς αλλά και στον τόπο μας, περιλαμβάνει και καταστροφικές λατρείες (σέκτες), στις οποίες το πρόσωπο αλλοτριώνεται και αχρηστεύεται. Μία περιπλάνηση σε τέτοιους χώρους ενδέχεται να έχει ως κίνητρο την προσπάθεια ανεξαρτησίας παρά το τραγικά αντίθετο αποτέλεσμα. Αλλά και μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο ενδέχεται να λάβει χώρα ειδωλοποίηση του πνευματικού, με συνέπεια ο νέος να μετατραπεί σε άβουλο ακόλουθό του και κάποιες φορές σε μοναχό/ή χωρίς γνήσια μοναχική κλίση. Το παραπάνω μπορεί να συμβεί, όχι μόνο ως απόπειρα ψυχολογικής διαφοροποίησης από την οικογένεια, αλλά και ως επιστέγασμα μιας καθηλωμένης και μη ανεπτυγμένης ψυχικής ταυτότητας κατά την οποία οι γονείς απλώς αντικαθίστανται από άλλες αυθεντίες.
Με όλα αυτά αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη να κατανοήσουμε όλοι πληρέστερα τις εφηβικές διεργασίες και να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν, έτσι ώστε η μύηση των εφήβων στο μυστήριο της σωτηρίας και της αγάπης του Θεού να γίνει με τρόπο εποικοδομητικό. Η αυτοκριτική επανεξέταση της πίστης κληρικών και  γονέων, η ανανέωση της λατρείας, η ελευθερία κατά την αγωγή, η ενσωμάτωση του έρωτα και του προσώπου στη Θεολογία μας, θα συντελέσουν σε αποτελεσματικότερη ποιμαντική της εφηβείας, περί της οποίας θα αναφερθούμε και παρακάτω.
Πάντως εκείνο που περιμένει ακόμη την υλοποίησή του είναι κάτι πρωταρχικό: η δόμηση της Εκκλησίας ως Σώματος, η φανέρωση του χαρακτήρα της ως κοινότητας. Ακόμη και αν δεν αρκεί η Θεολογία για να μας πείσει, έχει περισσότερες πιθανότητες για την ποιμαντική των εφήβων. «Ο εκκλησιασμός είναι κάτι περισσότερο από ένα μεμονωμένο γεγονός στη ζωή του νέου. Είναι η χειροπιαστή έκφραση της ταύτισής του με μια κοινότητα πίστης. Οι περισσότεροι τακτικά εκκλησιαζόμενοι έχουν το αίσθημα ότι ανήκουν, ότι τους γνωρίζουν, τους επιθυμούν, ή ότι «λείπουν» σε κάποιους όταν απουσιάζουν. Πολλοί βρίσκουν τους καλύτερους φίλους τους στην Εκκλησία και απολαμβάνουν μια αίσθηση οικογένειας κατά την κοινή λατρεία».



  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 1. Άρτεμις Κ. Τσίτσικα, Η Προσέγγιση του Εφήβου και της Οικογένειας, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://www.youth-health.gr/gr/index.php?I=16&J=2&K=41 

2. Β. Θερμός, Ταραγμένη Άνοιξη, για μια κατανόηση της Εφηβείας, εκδόσεις Δομή-Αρχονταρίκι.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ !!



Γράφει ο π. Χρήστος Αιγίδης *



Στην Εκκλησία μας, η οποία είναι Θεανθρώπινος Οργανισμός, λογικό και αναμενόμενο είναι να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και καταστάσεις. Όπως οι μαθητές που διάλεξε ο Ιησούς δεν ήταν όλοι ίδιοι, έτσι ακριβώς συμβαίνει και μέσα στην Εκκλησία ανά τους αιώνες. Βλέπουμε δηλαδή πολλές διαφορετικές καταστάσεις που προκαλούνται ή καλύτερα οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία και στα βιώματα διαφορετικών ανθρώπων. Ο κάθε ένας μας είναι μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητα και γι ’αυτό το λόγο η πορεία μας μέσα στην Εκκλησία είναι μοναδική και ιδιαίτερα προσωπική υπόθεση.



Το γεγονός της διαφορετικότητας είναι κάτι που δεν πρέπει να μας τρομάζει ούτε και να μας απωθεί. Συνήθως είμαστε καχύποπτοι έως και αρνητικοί σε όποιον δεν είναι όμοιός μας, και είμαστε ιδιαίτερα εύκολοι στην κριτική. Πρέπει να καταλάβουμε την διαφορετική προσέγγιση ως Ευλογία που αποδεικνύει το μεγαλείο του Θεού. Και ακόμα, να αισθανθούμε και να πιστέψουμε ότι υπάρχει χώρος για όλους μας στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στον Παράδεισο…

Για το λόγο αυτό βλέπουμε συχνά να υπάρχουν διαφορετικές καταστάσεις ανάμεσα σε Πατέρες, σε Μητροπόλεις, σε Μοναστήρια. Ο αγώνας της Πνευματικής ζωής είναι κοινός, όλοι επιδιώκουν το Έλεος του Θεού και την Ευλογία Του στη ζωή τους, διαφέρει όμως ο τρόπος που ο κάθε ένας προσεγγίζει τα γεγονότα. Τίποτα ( εκτός από τα Δόγματα ) δεν είναι απόλυτο στην Εκκλησία, δεν υπάρχουν συνταγές ίδιες για όλους τους Χριστιανούς, το προσωπικό στοιχείο είναι καθοριστικό για την πορεία του καθενός .


Ίσως υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας στην πορεία μας προς τον ουρανό. Για παράδειγμα θα μπορούσαν να είναι οδοδείκτες στο ταξίδι μας αυτό τα θέματα της Προσευχής, της Ταπείνωσης, της ανυπόκριτης Αγάπης, της Ελευθερίας και τέλος της Χαράς. Δεν νοείται πνευματική ζωή δίχως χαρά και ελευθερία. Όπου συμβαίνει αυτό, μάλλον κάτι δεν πάει καλά. Ακόμα, δεν υπάρχει υγιής πνευματική ζωή δίχως Προσευχή. Κριτήριο πνευματικότητας είναι το πόσο Προσευχόμαστε και Εκκλησιαζόμαστε.


Δυστυχώς πολλές φορές συναντάμε νοσηρές καταστάσεις σε ανθρώπους που έχουν πνευματική ζωή. Μάλλον έτσι τους μάθανε ή έτσι τους βολεύει. Για παράδειγμα, ακραίες συμπεριφορές στο όνομα της ευσέβειας ή σκληρή αντιμετώπιση στη θέση της αγάπης ή θλιμμένες παρουσίες συνεχιστές στο έργο του χαρούμενου Χριστού. Θα μπορούσαμε να καταγράψουμε πολλές συμπλεγματικές συμπεριφορές που παρουσιάζονται ως πνευματικότητα. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι όταν στην προσπάθεια να αποφύγουμε την αμαρτία ξεχνάμε να ζούμε. 


Έχω δει πολλούς ενάρετους ανθρώπους που η ψυχή τους και γενικότερα η ζωή τους κρύβει την αγιότητα και την πνευματικότητά τους. Έχω συναντήσει όμως και ανθρώπους που στη ζωή τους κρύβουν τα κόμπλεξ και την ανισορροπία τους .Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη όταν με ή χωρίς τη θέλησή τους μεταφέρουν δικά τους βιώματα στις ψυχές αγαπημένων τους προσώπων, οι οποίοι περιμένουν από αυτούς κάτι ελπιδοφόρο, κάτι ανακουφιστικό , κάτι που θα ξεκουράσει την πονεμένη τους ψυχή.


Όλοι μας έχουμε δυσκολίες συμπεριφοράς, ή γωνίες του εαυτού μας που πρέπει να λειάνουμε. Ο κάθε άνθρωπος παλεύει με τον δικό του κακό εαυτό. Όμως είναι άλλο η διαπίστωση αυτή, και άλλο είναι να νομίζουμε και να μεταφράζουμε αυτές τις δυσκολίες σε πνευματικότητα. Η ειλικρίνεια είναι βασικό και πρωταρχικό συστατικό στοιχείο που πρέπει να μας διακατέχει όλους ! 


* Ο π. Χρήστος Αιγίδης είναι Υπεύθυνος Οικονομικών Υπηρεσιών της Μητροπόλεως και Εφημέριος στον Ι.Ν Αγ. Στεφάνου Χανίων


ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ: ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΟΙ...



Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»
1. Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι πού να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του κι αυτό, γιατί πίστευε πώς το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.
2. Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πώς «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.
3. Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματα τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.
4. Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δε ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός πού απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε πού να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ. και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, πού είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και πού ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό -να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ό ίδιος ό Κύριος είπε ότι «οποίος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. “Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πώς ό Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ό άγιος Μακάριος ό Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους πού καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πώς θα ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ό αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, πού πήρε από το κελί του με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ό αββάς Αγαθών, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο πού ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ό αββάς ήταν ό πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ό θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρο του οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μιαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι πού ό άρρωστος έγινε καλά.
5. Ό λόγος του Κυρίου ό αληθινός και αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των κοσμικών πραγμάτων και μαζί, την αγάπη τον Θεού (Ματθ. 6, 24).
Αυτός ό άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, πού από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ό ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός πού στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.
Ό Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό πού έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει και ότι ό Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, πού δε γνωρίζουν το Θεό. Ό δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή πού του έκανε ό ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να τη χάσει. Ό φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ό Κύριος. Σύ όμως, πού θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή πού σου έκανε ό Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ό Θεός, πού με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, πού μου ‘δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομα σου και πού με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, πού όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, πού περπάτησαν αυτό το δρόμο. (23-4).
Η αγάπη είναι καρπός προσευχής
1. Ή αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Ή αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ό άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια «ακηδία» οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
2. Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος
1. Παράδεισος είναι ή αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει ή τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ό μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά πού μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε πού τα ‘βαλε ό λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ό Θεός για κείνους πού τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκε ό Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.
Το ξύλο της ζωής είναι ή αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ό Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ίδρωτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ίδρωτα και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί πού επέτρεψε ό Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωση του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, ή εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ό σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ίδρωτα του προσώπου μας.
Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ό ουράνιος άρτος είναι ό Χριστός, πού ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αύτη ή ζωή είναι ή τροφή των αγγέλων.
Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ίω. 6, 58). Διότι «ό τρώγων -λέει- από τον άρτο πού εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος πού τρώγει από τον άρτο της αγάπης, πού είναι ό Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός πού τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ό απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «Ό Θεός είναι αγάπη» (1 Ίω. 4, 8). Λοιπόν οποίος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον όποιο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας τον Θεού
1. Ή αγάπη είναι ή βασιλεία, πού μυστικά υποσχέθηκε ό Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά ή αγάπη; Γιατί ή αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Ή αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί πού ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός πού ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι και ένιωσαν ντροπή οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα και οί άρρωστοι και έγιναν υγιείς και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.
Η πρακτική αγάπη
1. Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και ή ελεημοσύνη τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον. Τι ωραία και αξιέπαινη πού είναι ή αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια ή μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι ή συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό!
2. Ένας άνθρωπος πού ασχολείται με τα βιοτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, ή ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου.
3. Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγορείται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ό εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψευδός, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του. Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και οποίος αποστρέφει το πρόσωπο του από τον ευρισκόμενο σε στενοχώρια, ή ημέρα του θα είναι σκοτεινή.
4. Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους πού λιώνουν από το σωματικό πόνο.
5. Είπε ό Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς»(Λουκ. 6, 31) Όταν όμως ό άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη ή αγάπη για τον αδελφό, πού φυλάγεται στην προαίρεση του.
Η αγάπη τον Θεού είναι αστείρευτη
. Ή αγάπη πού προέρχεται από τα πράγματα αυτού του κόσμου μοιάζει με το φως του λυχναριού, πού συντηρείται με το λάδι ή ακόμη, μοιάζει με το χείμαρρο, πού τρέχει μόνο όταν βρέχει και γίνεται ξερός όταν σταματήσει ή βροχή. Όμως ή αγάπη πού προέρχεται από το Θεό είναι σαν την πηγή πού αναβλύζει και ποτέ δε σταματάει ή ροή της και το νερό της δε σώνεται, γιατί ό Θεός μόνος είναι ή πηγή της αγάπης.
Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση
. Ή αγάπη του Θεού είναι από τη φύση της θερμή. Και όταν πέσει σε κάποιον με υπερβολή, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γι’ αυτό και ή καρδιά εκείνου πού την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη δεχθεί μέσα του και να την αντέξει αλλά ανάλογα με την ποιότητα της αγάπης πού τον επισκίασε, φαίνεται απάνω του μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Και αυτά είναι τα αισθητά σημεία αυτής της αλλοίωσης:
Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται κόκκινο σαν τη φωτιά και χαρούμενο και το σώμα του θερμαίνεται. Φεύγει απ’ αυτόν ό φόβος και ή συστολή («αιδώς») και γίνεται εκστατικός. Και ή δύναμη πού συμμαζεύει το νου χάνεται και έρχεται, σε κατάσταση εξωλογική («έκφρων»). Το φοβερό θάνατο για χαρά τον περνάει και ποτέ του ό νους του δε σταματάει να βλέπει και να στοχάζεται τα ουράνια. Και χωρίς να βρίσκεται σωματικά στους ουρανούς, μιλάει σαν να είναι παρών εκεί, χωρίς βέβαια να τον βλέπει κανένας. Χάνει τη φυσική γνώση και τη φυσική δράση και χάνει την αίσθηση της κίνησης του μέσα στον αισθητό χώρο. Γιατί και όταν κάνει κάτι, δεν το αισθάνεται καθόλου, αφού ό νους του είναι μετέωρος στη θεωρία των ουρανίων. Και ή διάνοια του φαίνεται να συνομιλεί με κάποιον άλλον.
Αυτή την πνευματική μέθη μεθύσανε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν Απόστολοι γυρίσανε όλο τον κόσμο μέσα σε κόπο και μόχθο και ονειδισμούς ενώ οι Μάρτυρες με κομματιασμένα τα μέλη τους έχυσαν τα αίματα τους σαν το τρεχούμενο νερό και, ενώ υπέφεραν φοβερά βασανιστήρια, δε δείλιασαν, παρά τα υπέμειναν με γενναιότητα και ενώ στην πραγματικότητα ήταν σοφοί, τους πέρασαν για άμυαλους. Άλλοι πάλι περιπλανήθηκαν σε έρημους τόπους και στα βουνά και στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Αυτά πού έκαμναν ήταν για τον κόσμο αταξίες, ενώ για το Θεό ήταν εύτακτα. Αυτή την ανοησία τους μακάρι να μας αξιώσει ό Θεός και εμείς να τη φτάσουμε!
Αληθινή ελεημοσύνη
. Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος του Θεού την ημέρα πού θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη χάρη του Θεού; Απ’ αυτά να θεραπευθείς για να την αποκτήσεις. Έχασες τη σωφροσύνη; Δε δέχεται από σένα ό Θεός την ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ό Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος.
Ο πραγματικός ελεήμων
. Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά πού ό ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά πού κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρεις από τα αγαθά των ξένων, πού απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. Σάς λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ό ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά , του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά να υπομένει τις αδικίες πού του γίνονται από τους άλλους και να ελεεί αυτούς πού τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, πού αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του και να ντύνει το γυμνό και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του και να μην αδικεί, ούτε να λέει ψέματα, αυτά και ό παλιός νόμος τα απαιτούσε. Όμως ή τελειότητα της οικονομίας του ευαγγελίου έτσι προστάζει: «απ’ αυτόν πού αρπάζει τα πράγματα σου μην τα ζητάς πίσω και να δίνεις σ’ οποίον ζητάει από σένα, χωρίς διάκριση», αν είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λπ. (Ακ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματα σου, αλλά και τα άλλα δυσάρεστα πού σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον αδελφό σου. Αυτός είναι ό πραγματικός ελεήμων και όχι αυτός πού δίνει απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στενοχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονάει και καίεται ή καρδιά του γι’ αυτόν και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Το ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του.
Η αγάπη δε γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της
. Ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει την ντροπή γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Ή αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος πού βρήκε εσένα, πού είσαι το λιμάνι κάθε χαράς!
Η ελεημοσύνη μας κάνει ομοίους με το Θεό
Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη την ηδονή πού είναι ελεύθερη από τις σωματικές αισθήσεις; Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή ή ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το όποιο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.
Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή
Αδελφέ μου ασκητή, αν σου περισσεύει κάτι απ’ αυτά πού σου χρειάζονται για σήμερα, δώσ’ το στους φτωχούς και πήγαινε να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο ή ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόση γαλήνη, όση ή θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε οι πολλοί άνθρωποι άμαθη για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως ένας φτωχός. Όταν λοιπόν δίνεις, να δίνεις μεγαλόψυχα και με ιλαρό πρόσωπο και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ό λόγος του Θεού: «Στείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς πού δεν αξίζουν να τους ελεήσεις διότι ή ψυχή γρήγορα έλκεται από τις σωματικές ευεργεσίες στο φόβο του Θεού. Ό Κύριος καθόταν και έτρωγε στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεος του, στο φόβο του Θεού και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό το λόγο, στην ελεημοσύνη και στην τιμή, εξίσωσε όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάποιος Ιουδαίος, είτε άπιστος, είτε φονιάς και μάλιστα διότι είναι αδελφός σου και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.
Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μην περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δυο: και για το καλό πού έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί ή αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή.
Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.
Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ’ αυτό πνευματική ζημία. Έτσι και αυτόν τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του και εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. Στήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς πού έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησε τους και θα σε υποστηρίξει ή δύναμη του Θεού πού συντηρεί τα πάντα.
Να μοιράζεσαι τη λύπη των ανθρώπων πονώντας γι’ αυτούς στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσίες σου ή πηγή του ελέους του Θεού.
Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του
. Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ό ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος πού πρέπει να έχεις για τον κόσμο.
Ό ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του διότι σαν βίαιος άνεμος αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι πού προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος πού έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής.
«Κλαίειν μετά κλαιόντων»
Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς πού ευφραίνονται και να κλαις μαζί με αυτούς πού κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους αρρώστησε και συ. Με τους αμαρτωλούς να κλάψεις. Με αυτούς πού μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου.
Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός πού είσαι, να μη ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην ελέγξεις κανέναν σαν να είσαι εσύ κάτι παραπάνω απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς πού έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν πού αμαρτάνει και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματα του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστο κάνε υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο.
Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης
Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό πού είπα, ή ιλαρότητα του προσώπου σου κυριαρχεί στο μυαλό του περισσότερο παρά αυτό πού χρειαζόταν και το έλαβε.
Όταν ανοίξεις το στόμα σου και μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό και άκαρπο για το Θεό εκείνη την ήμερα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ό λογισμός σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποια ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;
Αν έχεις μέσα σου λύπη, για έναν άνθρωπο πού για κάποιο λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ήμερα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Χριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Χριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς πού πιστεύουν πώς είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται ή καρδιά σου για τους πονηρούς και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους.
Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία
1. Ή ελεημοσύνη και ή δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), όταν συνυπάρχουν μέσα στην ίδια ψυχή, μοιάζουν με τον άνθρωπο πού, μέσα στον ίδιο ναό, προσκυνεί το Θεό και τα είδωλα. Ή ελεημοσύνη είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία. Ή δικαιοκρισία μετράει και αποδίδει ακριβώς τα ίσα. Γιατί στον καθένα δίνει ότι του αξίζει και δε γέρνει προς το ένα μέρος ούτε προσωποληπτεί κατά την ανταπόδοση του δικαίου.
Ή ελεημοσύνη όμως είναι λύπη της ψυχής για τον ανήμπορο. Ή ελεημοσύνη κινείται από τη θεία χάρη και ξεστρατίζει για να βοηθήσει όλους με συμπάθεια και στον άξιο τιμωρίας δεν ανταποδίδει το κακό και τον άξιο του κάλου επαίνου τον φορτώνει με αγαθά. Όπως το ξερό χορτάρι και ή φωτιά δεν μπορούν να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, έτσι δεν μπορούν να συνευρίσκονται στην ίδια ψυχή ή δικαιοκρισία και ή ελεημοσύνη. Και όπως δεν μπορούν να ισοζυγιαστούν στους δίσκους της ζυγαριάς ένας κόκκος άμμου από τη μια και το πολύ βαρύ χρυσάφι από την άλλη, έτσι και ή δικαιοκρισία του Θεού δεν μπορεί να εξομοιωθεί στο βάρος και να ισοζυγιαστεί με την ελεημοσύνη του. Και όπως μια χουφτιά άμμου, πού πέφτει σε μεγάλη θάλασσα, χάνεται, έτσι και τα αμαρτήματα οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορούν να σταθούν μπροστά στη φιλάνθρωπη πρόνοια και στην ευσπλαχνία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί να φράξει κανείς μια πηγή με πολύ νερό με μια χούφτα χώμα, έτσι δεν μπορεί να νικηθεί ή ελεημοσύνη του Θεού από την κακία των κτισμάτων , του όπως δεν είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη φλόγα της φωτιάς να ανεβεί προς τα επάνω, έτσι δεν μπορούν να εμποδιστούν οί προσευχές των ελεημόνων να ανέβουν στον ουρανό.
2. Να γίνεις κήρυκας της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού πού, ενώ είσαι ανάξιος, σε φροντίζει και, ενώ τα χρέη σου σ’ αυτόν είναι πολλά, δε σε εκδικείται, παρά για τα μικρά καλά σου έργα σου αντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μη καλέσεις λοιπόν το Θεό δίκαιο, γιατί ή δικαιοσύνη του δε φαίνεται στα αμαρτωλά σου έργα. Και αν ό Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ό Υιός του Κύριος Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε «ότι μάλλον είναι αγαθός και χρηστός» (Λουκ. 6, 35). Είναι αγαθός, λέει, για τους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πώς μπορείς να ονομάζεις το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσεις στο κεφάλαιο του ευαγγελίου πού γράφει για το μισθό των εργατών; Λέει λοιπόν εκεί: «Φίλε, δε σε αδικώ. Θέλω να δώσω σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα και σε σένα. Η μήπως επειδή είμαι καλός, το μάτι σου γεμίζει από ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πώς πάλι μπορεί να ονομάζει κανείς το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσει για τον άσωτο γιο, πού σκόρπισε τον πλούτο ασωτεύοντας; Πώς έτρεξε ό πατέρας του και, μόνο με την κατάνυξη και τη συντριβή πού έδειξε, έπεσε στον τράχηλο του και του έδωσε εξουσία να χαίρεται μέσα στον πλούτο του; Και αυτά βέβαια για τον πατέρα του δεν τα είπε κανένας άλλος, ώστε να διστάσουμε να τον πιστέψουμε, άλλ’ ό ίδιος ό Υιός του Θεού. Αυτός με τη δική του μαρτυρία μας βεβαίωσε ότι έτσι έχει το πράγμα. Που βλέπεις λοιπόν τη δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι ήμασταν αμαρτωλοί και ό Χριστός πέθανε για μας; Εάν λοιπόν ό Θεός σ’ αυτή τη ζωή είναι ελεήμων και εύσπλαχνος, ας πιστέψουμε ότι ό Θεός δεν μπορεί να αλλοιωθεί.
Λέει ό άγιος Κύριλλος στην ερμηνεία της Γενέσεως: Να φοβάσαι το Θεό από αγάπη και όχι από το σκληρό όνομα της δικαιοσύνης πού του δώσανε. Αγάπησέ τον, λοιπόν, όπως έχεις χρέος να τον αγαπήσεις και όχι για τα μέλλοντα αγαθά πού περιμένεις να σου δώσει, αλλά για όσα λάβαμε και μόνο για τούτον τον κόσμο πού δημιούργησε για μας και μας τον χάρισε. Γιατί, είναι κανείς πού μπορεί να ανταμείψει το Θεό για ότι μας χάρισε; Που είναι ή δίκαιη ανταπόδοση στα έργα μας; Ποιος έπεισε το Θεό να μας δημιουργήσει; Και υπάρχει κανείς να τον παρακαλεί για λογαριασμό μας όταν γινόμαστε αχάριστοι; Και όταν κάποτε δεν υπήρχαμε, ποιος ξύπνησε εκείνο το σώμα μας και το έφερε στη ζωή; Ας νιώθουμε, λοιπόν, ευγνωμοσύνη και αγάπη για όσα ή άφατη φιλανθρωπία του Θεού μας χάρισε και συνεχίζει να μας χαρίζει.
Η αγάπη θέλει σοφία και σύνεση
Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού ή ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις. Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του. Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια. Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ’ αυτόν θα φυλαχτείς.
Μη μισήσεις τον αμαρτωλό
Μη μισήσεις τον αμαρτωλό γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του. Και γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με το Χριστό, ό όποιος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δε βλέπεις πώς έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; Άλλα και εμάς για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ό διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο πού ό διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς; Και γιατί, άνθρωπε μου, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως γιατί τάχα δεν είναι δίκαιος όπως εσύ; Και που είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.
Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι θαυμαστή
Τι θαυμαστή πού είναι ή ελεημοσύνη του Θεού! Πόσο εκπληκτική είναι ή χάρη του Θεού πού μας έκτισε! τι δύναμη μας έδωσε και μας έκανε ικανούς για όλα! Πόσο άμετρη είναι ή καλοσύνη του, πού εισάγει την αμαρτωλή μας φύση στην ανάπλαση! Ποιος μπορεί να εξυμνήσει τη δόξα του; Τον παραβάτη των εντολών του και τον βλάσφημο τον ανασταίνει με τη μετάνοια τον άνθρωπο πού ήταν άμυαλο χώμα τον ανακαινίζει και τον κάνει συνετό και λογικό τον διασκορπισμένο και αναίσθητο νου και τις διασκορπισμένες λόγω των αμαρτιών μας αισθήσεις, όλα αυτά, τα κάνει με την αγάπη του λογική φύση, άξια να εννοεί σωστά τα θεία και τα ανθρώπινα. Γιατί αυτός πού ζει ακόμη στις αμαρτίες του δεν είναι ικανός να εννοήσει τη χάρη της προσωπικής του ανάστασης. Που είναι, λοιπόν, ή κόλαση πού θα μας γεμίσει με θλίψη; Και που είναι ή κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της ανάστασης, όταν ό Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;
Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Ή ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ό Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή ή χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.
Πώς ενεργεί ή αληθινή αγάπη
Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, πού δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθεια του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορο του. Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του και οποίος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματα του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους τον αδελφό του, κάνει φανερή τη δύναμη της αγάπης του ενώ αυτός πού τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους του, αποδεικνύει τη δύναμη του φθόνου πού φωλιάζει μέσα του. Ό φίλος πού ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός ενώ αυτός πού γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Το πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός πού διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην -ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός πού ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη. Ό Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ό δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπο του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ό ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Ή παιδεία πού δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία.
Η ελεήμων καρδία
τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη ή καρδιά για όλη την κτίση: Για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα και για τους δαίμονες και για κάθε κτίσμα. Και καθώς ό άνθρωπος τα φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια πού συνέχει την καρδιά του και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει ή καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή κάτι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι’ αυτούς πού τον βλάπτουν προσεύχεται συνεχώς με δάκρυα, ζητώντας από το Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρήσει. Ομοίως προσεύχεται και για τα ερπετά από την πολλή του ευσπλαχνία, πού συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού.
Η πρακτική αγάπη μπορεί, σε κάποια περίπτωση, να φέρει σύγχυση και ταραχή
Ρωτήθηκε κάποτε ένας πολύ σοφός γέροντας από κάποιον αδελφό ησυχαστή μοναχό: Τι να κάνω; Διότι πολλές φορές συμβαίνει να χρειάζομαι κάτι, πού έχω ή για την ασθένεια μου ή για το εργόχειρο μου ή για κάποια άλλη αιτία και χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω στην καλογερική ησυχία. Βλέπω λοιπόν κάποιον πού το χρειάζεται, υπερισχύει μέσα μου το έλεος και του το δίνω. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να μου το ζητήσει κάποιος και, πάλι, του το δίνω. Γιατί αναγκάζομαι και από την αγάπη πού έχω και από την εντολή του Θεού και δίνω σ’ αυτόν πού μου ζητάει το απαραίτητο για τη ζήση μου. Ύστερα όμως ή ανάγκη αυτού του πράγματος με κάνει να πέσω σε φροντίδες και σε ταραχή των λογισμών και έτσι σκορπίζω το νου μου και δεν μπορώ να φροντίσω για την καλογερική ησυχία. Και αναγκάζομαι ίσως να βγω από την ησυχία μου και να πάω έξω να βρω αυτό το πράγμα πού έδωσα. Εάν πάλι κάνω υπομονή και δε φύγω από τον τόπο μου, μπαίνω σε πολλή θλίψη και σύγχυση των λογισμών. Δε γνωρίζω, ποιο από τα δύο να προτιμήσω: εκείνο πού με αναπαύει, αλλά σκορπίζει την ησυχία, για να βοηθήσω τον αδελφό μου, ή να παραβλέψω την αίτηση του και να παραμείνω στην ησυχία μου;
Σ’ αυτά απάντησε ό γέροντας και είπε.
Μπορεί πράγματι ή ελεημοσύνη, ή αγάπη, ή ευσπλαχνία ή οποιαδήποτε αρετή πού νομίζεις ότι είναι του Θεού, μπορεί, λέω,
* να σε εμποδίζει από την άσκηση της ησυχίας,
* να σε κάνει να σκέφτεσαι τον κόσμο,
* να σε βάζει σε κοσμικές μέριμνες,
* να σε ταράσσει και να σε αποσπά από τη μνήμη του Θεού,
* να σε κόβει από τις προσευχές σου,
* να σε βάζει σε φασαρία και σε ακατάστατους λογισμούς,
* να σε σταματάει από τη μελέτη των αναγνωσμάτων του Θεού, πού είναι όπλο σωτήριο κατά της περιπλάνησης της φαντασίας ακόμη,
* να λύνει την προσοχή του νου σου και
* να σε κάνει, ενώ δέθηκες ψυχικά με την ησυχία, να γυρίζεις εδώ κι εκεί και μετά την απομόνωση σου στο κελί σου, να συναναστρέφεσαι με τον κόσμο.
Ακόμη μπορεί,
* να ξυπνάει τα θαμμένα πάθη σου και
* να διαλύει την εγκράτεια των αισθήσεων σου και
* να αφαιρεί από μέσα σου τη θανάτωση του κοσμικού φρονήματος και
* να σε κατεβάζει από την αγγελική πολιτεία, πού έχει μοναδικό της έργο την κοινωνία με το Θεό και
* να σε βάζει στην τάξη των κοσμικών,
ε, μια τέτοια ελεημοσύνη και αγάπη ας λείψει από το μοναχό πού διάλεξε το δρόμο της ησυχίας. αυτού του είδους ή ελεημοσύνη, για την οποία με ρώτησες, είναι καλή και αξιοθαύμαστη, όταν γίνεται από τους ανθρώπους του κόσμου ή από τους μοναχούς πού ζουν σε κοινόβιο και εισέρχονται στις πόλεις για τις ανάγκες τους και γυρίζουν πάλι στο μοναστήρι.
Προηγείται ή πρακτική αρετή και ακολουθεί ή ησυχία και ή θεωρία τον Θεού
1. Ό μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριος (ό Νεοκαισάρειας και ό Θεολόγος), για τους οποίους ανέφερες στην επιστολή σου ότι αγαπούσα πολύ την έρημο και ήταν στύλοι και φως της Εκκλησίας και επαινούσαν πολύ την ησυχία, δεν ήρθαν στην ησυχία χωρίς να εκπληρώσουν τις εντολές , του Θεού, αλλά τι έκαμαν; Πρώτα κατοίκησαν στον κόσμο εν ειρήνη και φύλαξαν τις εντολές εκείνες πού έπρεπε να φυλάξουν ζώντας με τους ανθρώπους και, έτσι, έφτασαν στην καθαρότητα της ψυχής και αξιώθηκαν να ζήσουν στη θεωρία του Αγίου Πνεύματος. Εγώ πιστεύω, γιατί αυτό είναι ή αλήθεια, ότι όταν κατοικούσαν στις πόλεις, υποδέχονταν τους ξένους, επισκέπτονταν τους ασθενείς, ντύνανε τους γυμνούς, νίβανε τα πόδια των κουρασμένων με αγάπη και αν κάποιος τους αγγάρευε να του μεταφέρουν τα πράγματα του ένα μίλι, αυτοί πήγαιναν για χάρη του δύο μίλια. Και όταν φύλαξαν αυτές τις εντολές, πού είναι για τη ζωή στον κόσμο και άρχισαν να γεύονται στο νου τους την πρώτη μορφή ακινησίας ως προς το κακό και τις εσωτερικές θείες και μυστικές θεωρίες, από κει και πέρα έσπευσαν και βγήκαν στην ησυχία της ερήμου και εκεί έκαναν υπομονή ζώντας ζωή εσωτερική και έγιναν άνθρωποι θεωρητικοί και έζησαν μέσα στη θεωρία των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος, μέχρι πού τους κάλεσε ή χάρη του Θεού και έγιναν ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού.
2. Ας αναγκάζουμε λοιπόν τον εαυτό μας να είμαστε από μέσα από την ψυχή μας ελεήμονες σε ευκαιρία προ όλους τους ανθρώπους, γιατί έτσι μας επιβάλλει ή διδασκαλία του Κυρίου.
Ποιος σοφός Μοναχός, πού έχει τροφές και ρούχα, άμα δει τον πλησίον του γυμνό και πεινασμένο, δε θα του δώσει απ’ αυτό πού έχει, αλλά θα τσιγγουνευθεί; Η ποιος είναι εκείνος πού θα δει έναν άνθρωπο να κατατρύχεται από αρρώστια και να ταλαιπωρείται από σωματικούς κόπους και να χρειάζεται να τον ανακουφίσουν και, παρ’ όλα αυτά, επειδή τάχα ποθεί την ησυχία, θα προτιμήσει την απομόνωση από την αγάπη προς τον αδελφό του; Ωστόσο, όταν δεν έχουμε τα μέσα για να ασκήσουμε την πρακτική Ελεημοσύνη, ας είναι ή αγάπη και ή ελεημοσύνη μέσα στην καρδιά μας και στην προσευχή μας.
Εάν ένας μοναχός συγκατοικεί με άλλους και το κελί του είναι κοντά τους και αναπαύεται με τους κόπους τους, είτε είναι υγιής είτε είναι άρρωστος και αυτός οφείλει να κάνει το ίδιο προς αυτούς. Με άλλα λόγια: Δεν είναι σωστό αυτός να απαιτεί από τους άλλους να τον ανακουφίσουν και ό ίδιος να κάνει πίσω και να κρύβεται όταν δει τον ομοιοπαθή και ομόσχημο αδελφό του, μάλλον δε τον ίδιο το Χριστό, να στενοχωρείται και να είναι παραπεταμένος και να κοπιάζει πάνω από τις δυνάμεις του. Ένας τέτοιος μοναχός είναι σκληρός και ή ησυχία του είναι ψεύτικη και μόνο στη φαντασία του.
Και καθώς ό άνθρωπος συνίσταται από δύο μέρη, από την ψυχή και το σώμα, έτσι και όλα τα έργα του έχουν διπλή τη φροντίδα, σύμφωνα με τη σύσταση του. Και επειδή ή πράξη της αγάπης προηγείται από τη θεωρία του Θεού σε κάθε περίσταση, είναι αδύνατο να υψωθεί ό άνθρωπος στη θεωρία, εάν δεν τελειώσει πρώτα την έμπρακτη αγάπη. Και τώρα, κανείς άνθρωπος δεν τολμά να πει ότι κατορθώνει στην ψυχή του την αγάπη του πλησίον, εάν δεν την εκπληρώσει με τις σωματικές δυνάμεις πού διαθέτει, στο χρόνο και στον τόπο πού προσφέρονται κάθε φορά.
«Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν»
Εάν στ’ αλήθεια είσαι ελεήμων, όταν άδικα σου αφαιρούν τα πράγματα σου, μη λυπηθείς καθόλου μέσα σου, μήτε να διηγείσαι στους ανθρώπους τη ζημιά πού σου έκαμαν, αλλά μάλλον ή ελεημοσύνη της καρδιάς σου ας καταπιεί τη ζημιά αυτών πού σε αδίκησαν, όπως το πολύ νερό διαλύει τη δύναμη του κρασιού. Δείξε λοιπόν τον πλούτο της ελεημοσύνης σου με τις ευεργεσίες σου προς αυτούς πού σε αδίκησαν. Όπως έκαμε ό μακάριος Ελισαίος στους εχθρούς του, πού ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν. Γιατί όταν προσευχήθηκε και τους τύφλωσε θολώνοντας τα μάτια τους, τους έδειξε τη θεϊκή δύναμη πού είχε μέσα του όταν όμως τους έδωσε να φάνε και να πιούνε και, μετά, τους άφησε να φύγουν, τους έδειξε την ελεημοσύνη της καρδιάς του.
Το χρήμα και ή αγάπη
Όπως δεν είναι δυνατό, στο ίδιο σώμα να υπάρχει και ή υγεία και ή αρρώστια και να μη σβήσει το ένα εξαιτίας του άλλου, έτσι ακριβώς είναι αδύνατο να υπάρχουν στο ίδιο σπίτι το πολύ χρήμα και ή αγάπη και να μην εξαλειφθεί το ένα από το άλλο.
Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια
Πάντοτε τούτον τον τρόπο να έχεις στη ζωή σου: να είσαι γλυκομίλητος και να αποδίδεις τιμή σε όλους τους ανθρώπους. Και να μην κάνεις κανέναν να θυμώσει και να οργιστεί και να μη ζηλοφθονήσεις, ούτε για την πίστη πού έχει κάποιος, ούτε για τα κακά έργα κάποιου άλλου.
Φυλάξου λοιπόν να μην κατηγορήσεις και να μην ελέγξεις κανέναν για κάποια αδυναμία του, γιατί έχουμε στους ουρανούς κριτή απροσωπόληπτο. Εάν όμως θέλεις να τον βοηθήσεις να επιστρέψει στην αλήθεια, να λυπηθείς γι’ αυτόν και με δάκρυα και με αγάπη πες του ένα ή δυο λόγια και μην ανάψεις από θυμό εναντίον του, για να μη δει στην καρδιά σου σημείο έχθρας. Γιατί ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει να θυμώνει, ούτε να παροργίζεται, ούτε να κατηγορεί κάποιον με εμπάθεια.

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.
                                                                  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Ωφελούν τους κεκοιμημένους τα μνημόσυνα;

 Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου


   
«Εν τω Άδη ουκ εστί μετάνοια».
Οι νεκροί μας έχουν, στη διάρκεια της μέσης καταστάσεως, το άτρεπτον. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν θέση. Εκεί που έχουν έστω προσωρινά τοποθετηθεί μέχρι της Β' Παρουσίας εκεί και παραμένουν. Αυτό βέβαια σημαίνει πως δεν έχουν καμμιά αξία ούτε οι προσευχές, ούτε τα μνημόσυνα, ούτε οι ελεημοσύνες, ούτε ο,τιδήποτε άλλο προσφέρουμε εμείς οι ζώντες υπέρ των κεκοιμημένων; Ας πλησιάσουμε, όμως, από πιο κοντά το θέμα μας.

Κατ αρχήν είναι αλήθεια ότι «εν τω Άδη ουκ εστί μετάνοια». Δηλ. ο καθένας κρίνεται όπως θα φύγει από τον κόσμο αυτόν. Και η τακτοποίηση του στη μέση κατάσταση γίνεται με βάση τη ζωή του και τα έργα του, την πίστη του και την ηθική του. Γι' αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Μη τοίνυν απλώς κλαίωμεν τους αποθανόντας, αλλά τους εν αμαρτίαις. Ούτοι θρήνων άξιοι, ούτοι κοπετών και δακρύων. Ποία γαρ ελπίς, είπε μοι, μετά αμαρτημάτων απελθείν, ένθα ουκ εστίν αμαρτήματα αποδύσασθαι; Έως μεν γαρ ώσιν Ενταύθα, ίσως ην προσδοκών πολλή, ότι μεταβαλούνται, ότι βελτίους έσονται. Αν Δε απέλθωσι εις τον άδην ένθα ουκ εστίν από μετανοίας κερδάναί τι (εν γαρ τω Άδη φησί τις εξομολογήσεταί σοι;) πως ου θρήνων άξιοι;»

Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος πως κρίνει ο Θεός

Παρά ταύτα ποιος μπορεί από εμάς να είναι βέβαιος για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρέθηκε -όταν απέθνησκε κάποιος αδελφός μας; Ποιος μπορεί με απόλυτη βεβαιότητα να πει ότι ο τάδε προορίζεται για την κόλαση; Και έπειτα ποιος γνωρίζει πως σκέφτεται και πως αποφασίζει ο Θεός. Τα φαινόμενα απατούν. Πολλές φορές άνθρωποι που εμείς καταδικάσαμε φαίνεται να τους εδικαίωσε ο Θεός, και αντίστροφα. Θα μπορούσε κανείς έτσι να δικαιολογήσει την Εκκλησία μας που από πολύ ενωρίς καθιέρωσε προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων και ως ένδειξη του συνδέσμου μας μαζί των και ως ένα δείγμα της αγάπης μας γι' αυτούς. Εμείς προσευχόμαστε υπέρ αυτών και ο Θεός ξεύρει τι θα κάνει. Δεν θα του το πούμεν εμείς, ούτε θα προδικάσωμεν εμείς την ιδικήν του κρίση. Γι' αυτό και προσφέρουμε για τους νεκρούς μας Λειτουργίες, δεήσεις, ελεημοσύνες και άλλα θεοφιλή έργα με τα οποία πιστεύουμε ότι παρέχεται στους ευσεβείς που απέθαναν «δέησις και ωφέλεια» δηλ. κάποια ευπρόσδεκτη υπηρεσία, και «άνεσις και αναψυχή παρά Θεού των κατεχομένων αυτούς ανιαρών» (Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 1642). Και όλα αυτά χάριν της αγαθότητος του Θεού και όχι ένεκα των ιδικών μας αξιομισθιών και αρετών ή για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης.

Η Εκκλησία ανέκαθεν προσεύχεται για τους κεκοιμημένους

Η πρώτη αρχαία Εκκλησία ετίμα τους κεκοιμημένους και προσηύχετο υπέρ αυτών. Ο Τερτυλλιανός (200 μ. Χ. ) μνημονεύει την Θ. Λειτουργία που προσφέρεται υπέρ αυτών. Ο Κυπριανός ομοίως. Όλες οι Θ. Λειτουργίες, και αυτές που τελούνται σήμερα, περιέχουν ευχές για τους νεκρούς. Στην άγια Πρόθεση ρίπτονται «μερίδες» υπέρ αυτών. Τα μνημόσυνα είναι σε πρώτη χρήση. Ο Απ. Παύλος προσευχόταν για τον νεκρό Ονήσιμο (Β' Τιμ. α' 18). Οι Αποστολικές Διαταγές συνιστούν μνημόσυνα «υπέρ των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς» την 3ην ημέρα, την 9ην, την 40ήν. Έτσι επένθησε ο ισραηλιτικός λαός τον Μωυσή. Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης συνιστά τα 3ήμερα μνημόσυνα εις τύπον της Αγ. Τριάδος. Τα 9ήμερα εις τύπον των εννέα αγγελικών ταγμάτων και τα 40ά εις ανάμνηση της Αναλήψεως του Κυρίου. Εξ άλλου όλα τα Σάββατα είναι αφιερωμένα από την Εκκλησίαν μας στους κεκοιμημένους, όλη δε η υμνογραφία της ημέρας αυτής έχει πένθιμο χαρακτήρα. Εκτός αυτών και τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα, το προ της Πεντηκοστής και το προ των Απόκρεω έχουν θεσμικό χαρακτήρα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Αυτά δε καθιερώθησαν ως γενικά μνημόσυνα υπέρ των νεκρών, για όσους τυχόν δεν έχουν συγγενείς που να ενδιαφερθούν γι' αυτούς και γενικά υπέρ όλων των ευσεβώς κοιμηθέντων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου.

Τα μνημόσυνα, λοιπόν, συνδέονται αναπόσπαστος με τη Θ. Λειτουργία και πρέπει σε συνδυασμό με αυτήν να τελούνται. Το «αντί μνημόσυνου» που καμμιά φορά γράφεται δεν είναι σωστό. Το μνημόσυνο δεν αντικαθίσταται. Μπορείς να δώσεις μια δωρεά σε ένα ίδρυμα ή σε κάποιον φτωχό, όχι όμως αντικαθιστώντας την προσευχή με αυτήν, αλλά συμπληρώνοντάς την. Τα μνημόσυνα συνοδεύονται από κόλλυβα. Τα κόλλυβα είναι στάρι βρασμένο με διάφορα άλλα στοιχεία. Το σιτάρι είναι το σύμβολο της Αναστάσεως. Την εικόνα του την εχρησιμοποίησεν ο ίδιος ο Κύριος για να υποδηλώσει την ανάσταση. Γι' αυτό και το χρησιμοποιούμε κι εμείς. Έπειτα όλοι οι χριστιανοί που μετέχουν στο μνημόσυνο δοκιμάζουν από το στάρι και εύχονται για την ανάπαυση της ψυχής του κεκοιμημένου. Όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια των λειτουργικών πένθιμων εκδηλώσεων και των νεκρικών ορθοδόξων εθίμων του λαού μας. Τα κόλλυβα καθιερώθηκαν από τον 4ον αιώνα. Τα έτρωγαν οι χριστιανοί και ηύχονταν «Μακάρια η μνήμη αυτού». Και σήμερα εύχονται «Θεός σχωρέσ' τον».

Ανακεφαλαιώνοντες επαναλαμβάνουμε ότι οι προσευχές για τους κεκοιμημένους, τα μνημόσυνα, οι Θ. Λειτουργίες κ.λ.π. στηρίζονται στην ευσπλαχνία του Θεού και στην παράδοση της Εκκλησίας. Πιστεύουμε ότι ο Θεός ακούει ημών Α' Ιωάνν. ε' 14.

Πιστεύουμε ακόμη ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Και μαζί με τον άγιον Κύριλλον Χρυσόστομο Ιεροσολύμων διακηρύττουμε ότι «μεγίστη δέησις (ωφέλεια)» για τους νεκρούς μας είναι το μνημόσυνο. Και μαζί με τον ιερό επαναλαμβάνουμε ότι οι προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων προσφέρουν σ' αυτούς «τινά παραμυθίαν». Γι' αυτό στα μνημόσυνα πρέπει να παραμένουν όλοι και να προσεύχονται. Ο νεκρός υπέρ του οποίου γίνεται το μνημόσυνο δεν είναι ξένος. Είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος δηλ. του ίδιου σώματος του Χριστού, και εμείς όλοι είμαστε «αλλήλων μέλη». Είναι γι' αυτό μεγάλη ωφέλεια η μνημόνευση του ονόματος κάποιου νεκρού στη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας, γιατί ο Συμεών Θεσσαλονίκης παρατηρεί ότι ιδιαιτέρως ωφελούν τα μνημόσυνα που γίνονται κατά την ώραν «της φρικτότατης θυσίας».

Οι αμετανόητοι έχουν προβληματικό μέλλον

Μέχρι ποίου σημείου φθάνει η ωφέλεια αυτή δεν γνωρίζουμε. Είπαμε, δεν μπορούμε εμείς να περιορίσουμε την κρίση του Θεού. Κάποια ωφέλεια γίνεται, όμως αποκλείεται μεταπήδηση από της καταστάσεως των πονηρών και αμαρτωλών, στην κατάσταση των αγίων και δικαίων. Οι παραβολές των 10 Παρθένων, του πλουσίου και του Λαζάρου κ. α. είναι χαρακτηριστικές. Γι' αυτό ο ιερός Χρυσόστομος μας συμβουλεύει να αξιοποιούμε τον παρόντα χρόνο. Όσον χρόνον είμαστε εδώ, λέγει, «ελπίδας έχομεν χρηστάς» όταν απέλθομεν εκεί δεν είμεθα «κύριοι μετανοίας».

Η Εκκλησία δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι οι αμετανόητοι θα σωθούν με τα μνημόσυνα. Ο Κ. Καλλίνικος παρατηρεί σχετικά: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα εις τα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί -κι αυτοί είναι οι την μεγάλην πλειονότητα αποτελούντες- οίτινες εμωλωπίσθησαν μεν, αλλά και δεν απέθανον, οίτινες έπεσον μεν, αλλά κρατούντες εις τας χείρας το ξίφος, οίτινες ενητένισαν κατά τας τελευταίας ώρας των την ασχημίαν των και ανέμιξαν υπόκωφόν τι «μνήσθητί μου Κύριε» με τους εσχάτους των παραληρισμούς. Και υπέρ των τοιούτων τις θα υποστήριξη πεισματωδώς ότι αι δεήσεις των επιζώντων δεν ωφελούν; Η μέση κατάστασις είναι κατάστασις απλώς εισαγωγική. Έχει μεν τελεσθή προσωρινή τις κρίσις κατά την εντεύθεν έξοδον της ψυχής, αλλ' η μεγάλη κρίσις, ήτις θα καθορίση εις το διηνεκές την θέσιν της δεν έχει λάβει ακόμη χώραν».

Από το περιοδικό Εφημέριος 9/2006

Αγίες Γυναίκες στα Βασιλικά Ανάκτορα !!

Αναστασίας Κυνηγοπούλου
Διδάκτορα Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Από το παρελθόν έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο χώρος των βασιλικών ανακτόρων και της αυλής ήταν ένας χώρος γεμάτος πλούτο και πολυτέλεια αλλά και γεμάτος δολο­πλοκίες, ίντριγκες και μηχανορρα­φίες. Ακόμη πιστευόταν από πολ­λούς ότι οι περισσότερες γυναίκες του παλατιού, είτε ήσαν αυτοκρά­τειρες, είτε ήσαν πριγκίπισσες ή αυγούστες, ήσαν πλάσματα μα­ταιόδοξα, βυθισμένα μέσα στη με­γαλομανία και στον πλούτο τους. Κύρια απασχόληση τους δεν ήταν παρά μόνο ο σχεδιασμός συκο­φαντιών, φόνων, εγκλημάτων και άλλων δολοπλοκιών με τις οποίες θα στήριζαν τα μεγαλεπήβολα σχέ­δια και προγράμματα τους.
Η ιστορική αντιμετώπιση μιας τόσο ακραίας και μονόπλευρης άποψης κρίθηκε αναγκαία. Όπως αναγκαία κρίθηκε και μία πιο σφαιρική και αντικειμενική πα­ρουσίαση του παλατιού και των ανθρώπων που εγκαταβίωναν μέ­σα σ’ αυτό.
Πλησιάζοντας κάποιος μέσα από τα κείμενα και τις πηγές τα βασιλικά ανάκτορα συναντά αν­θρώπους που όχι μόνο δεν παρα­σύρθηκαν από την τρυφή και τη ζάλη της κοσμικής εξουσίας αλλά, απεναντίας και προς μεγάλη έκπλη­ξη όλων, είχαν να παρουσιάσουν μια ζωή γεμάτη από τον ένθεο λό­γο και σύμφωνη με τις επιταγές του Ευαγγελίου του Χρίστου μας.
Παρατηρείται μια σειρά αυτο­κρατόρων που ο ένας διαδέχεται τον άλλον όχι μόνο στην εξουσία αλλά και στα έργα αγάπης. Ο ανταγωνισμός αλλά και ο συναγωνισμός στα έργα φιλανθρωπίας και προσφοράς προς το συνάν­θρωπο ήταν μεγάλος. Με πρώτο το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπρα­κτης αγάπης και την κάνει ένα από τα κυριώτερα όπλα στη δια­κυβέρνησή του, παρουσιάζοντας συγχρόνως ένα τεράστιο έργο φιλανθρωπίας. Αλλά και οι διάδο­χοί του δε θα υστερήσουν καθό­λου σε έργα προσφοράς και αγά­πης. Ενδεικτικά αναφέρονται ο Μέγας Θεοδόσιος, ο Θεοδόσιος Β” ο Μικρός, ο Μαρκιανός, ο Ζή­νων, ο Αναστάσιος, ο Ιουστινια­νός, ο Ιουστίνος, ο Μαυρίκιος, οι δυναστείες των Ισαύρων, των Μα­κεδόνων, των Κομνηνών, και των Αγγέλων, ο Ιωάννης Βατάτζης που έλαβε μάλιστα και το επώνυ­μο «ελεήμων» και κλείνει αυτός ο κύκλος των φιλάνθρωπων αυτο­κρατόρων με την τελευταία δυ­ναστεία του Βυζαντίου, τη δυνα­στεία των Παλαιολόγων.
Η στάση αυτή της ευσπλαχνίας και της πρόνοιας του βυζαντινού αυτοκράτορα προς τον υπήκοο συνάνθρωπο συνοδευόταν συχνά και από μία προσωπική ζωή έντο­να εμποτισμένη από τη λειτουρ­γική ζωή της Εκκλησίας. Οι πρώ­τοι χριστιανοί αυτοκράτορες μά­λιστα, δίδασκαν σαν ιεροκήρυκες και στέκονταν και κοινωνούσαν εντός του ιερού βήματος μαζί με τους ιερείς. Κάποιοι από αυτούς ασχολήθηκαν και με τη Θεολογία και αναδείχθηκαν ως εκκλησια­στικοί συγγραφείς, ποιητές και υμνογράφοι της εκκλησίας. Μέ­σα στην Ορθόδοξη λατρεία έχουν ενσωματωθεί οι ύμνοι τεσσάρων βυζαντινών αυτοκρατόρων: Του Ιουστινιανού, του Λέοντος Στ” του Σοφού, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και του Θεό­δωρου Λάσκαρη.
Τα βασιλικά ανάκτορα εργά­ζονταν καθημερινά, σταθερά και άοκνα, για την ανακούφιση και την παραμυθία της χήρας, του ορφανού, του φτωχού και κάθε πονε­μένου και ταλαιπωρημένου ανθρώ­που. Η κρατική μέριμνα δεν ήταν τυποποιημένη και άψυχη, δεν γινόταν μόνο με τους νόμους. Πα­ραδείγματα, όπως του Ρωμανού Λεκαπηνού, ο οποίος συνέτρωγε καθημερινά με τους φτωχούς, και του Πορφυρογέννητου, ο οποίος περιποιόταν ιδιοχείρως τις πλη­γές των λεπρών, δείχνουν ένα υψη­λό επίπεδο πνευματικής καλλιέρ­γειας και πολιτισμού.
Από τα παραπάνω γίνεται φα­νερό ότι πολλοί από τους εστεμ­μένους βασιλείς, μέσα από τα ανά­κτορα, λάτρεψαν το Χριστό όπως τον λάτρεψαν και οι ταπεινοί ασκη­τές, μέσα από τα κελλιά τους. Δεί­γμα και αυτό της σύζευξης πίστης και βασιλικών ανακτόρων.
Ρόλο αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση αυτού του κλί­ματος στα ανάκτορα, του διαπο­τισμένου από τις ευαγγελικές αρχές, έπαιξαν και οι γυναίκες των ανα­κτόρων, οι βασίλισσες και οι πρι­γκίπισσες. Πολλές από αυτές πρό­σφεραν με ιδιαίτερο ζήλο τις υπη­ρεσίες τους στο συνάνθρωπο και μείνανε στην ιστορία ως μεγάλες κοινωνικές εργάτιδες, γιατί σχεδόν ανάλωσαν τη ζωή τους για την ανέγερση ενός μεγάλου αριθ­μού ευαγών ιδρυμάτων: Νοσοκο­μείων, ξενώνων, γηροκομείων, ορφανοτροφείων, πτωχοκομείων κ.ά. Λαμπρό είναι το παράδειγμα της αγίας Ελένης, της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, της μεγάλης αυτής βασίλισσας που το έργο της κοσμεί για αιώνες τώρα τα θεοβάδιστα μέρη των Αγίων Τόπων. Στα χνάρια της αγίας Ελέ­νης θα βαδίσουν και οι επόμενες βασίλισσες, που το πέρασμά τους στο διάβα των αιώνων θα σφρα­γιστεί από μεγάλα έργα προσφοράς και αγάπης. Είναι οι βασίλισσες εκείνες που εργάστηκαν ως καλοί οικονόμοι του πλούτου που τους ενεπιστεύθη ο Κύριος και αναλώθηκαν στην προσπάθεια της έμπρακτης τήρησης της εντολής Του «Αγαπάτε Αλλήλους». Πρό­κειται για την Πλακίλλα, τη σύ­ζυγο του Μεγάλου Θεοδοσίου, την Ευδοκία, τη σύζυγο του Θε­οδοσίου, την Ευδοκία, τη σύζυγο του Θεοδοσίου Β” του Μικρού, τη Μαρκιανή και τη Θεοδώρα που και οι δύο υπήρξαν σύζυγοι, πρώ­τη και δεύτερη αντίστοιχα του αυτοκράτορα Ιουστίνου του Β’. Τέλος τον κύκλο αυτών των βα­σιλισσών, που είχαν ένα τεράστιο και λαμπρό έργο φιλανθρωπίας να επιδείξουν, θα τον κλείσει η Θεοδώρα η Πετραλείφα, σύζυγος του Μιχαήλ Β” Κομνηνού, Δεσπότη της Ηπείρου. Μέχρι και σήμερα τα επιτεύγματα της μεγάλης αυτής βασίλισσας έχουν κάτι να πουν στον επισκέπτη της Άρτας. Έχουν κάτι να φανερώσουν από το με­γαλείο της αγίας ψυχής της. Ένα μεγαλείο που κοσμήθηκε από τις μεγάλες αρετές της ταπείνωσης, της υπομονής, της εγκαρτέρησης, της πλήρης υποταγής και εμπι­στοσύνης στο θέλημα του Θεού.
Μέσα από τα βασιλικά ανά­κτορα πάλι, θα ξεπροβάλουν και κάποιες άλλες γυναικείες μορφές με φοβερό δυναμισμό και αποφασι­στικότητα, οι οποίες εκμεταλλεύ­ονται στο έπακρο την αυτοκρατορική τους ιδιότητα και μέσα από τη δύναμη της εξουσίας στηρί­ζουν με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα την Εκκλησία. Συγκαλούν συνόδους με τις οποίες προστα­τεύουν την Εκκλησία από τις πλά­νες και τις αιρέσεις, διασφαλίζουν την ενότητα και την ειρήνη στους κόλπους της και προσπαθούν να διατηρήσουν ανόθευτη την διδα­σκαλία της. Η Πουλχερία, η Ειρή­νη η Αθηναία, η Θεοδώρα, η σύ­ζυγος του εικονομάχου αυτοκρά­τορα Θεόφιλου, αγωνίζονται γεν­ναία και αποφασιστικά και κάτω από δύσκολες και αντίξοες συνθή­κες, προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθοδοξία της Εκκλησίας.
Μεγάλος και αποφασιστικής σημασίας είναι ο ρόλος που θα παίξουν κάποιες βασίλισσες και πριγκίπισσες στο έργο της ιερα­ποστολής. Από τις στέπες του Βορ­ρά μέχρι τις ερήμους της Αφρικής και από τα Βρετανικά νησιά μέ­χρι την Άπω Ανατολή μεταδί­δεται το Ευαγγέλιο. Πολλές βυ­ζαντινές πριγκίπισσες έρχονται σε γάμο με ξένους ηγεμόνες και μεταφέρουν μαζί τους τον ελλη­νοχριστιανικό πολιτισμό. Η δε βασίλισσα της Ρωσίας Όλγα βα­πτίζεται χριστιανή στην Κωνσταν­τινούπολη και φέρνει μαζί της Έλληνες κληρικούς και καλλιτέχνες, οι οποίοι κτίζουν εκκλησίες, μοναστήρια και κέντρα γραμμά­των και τεχνών. Έτσι με τον τρό­πο αυτό η αγία βασίλισσα Όλγα συμβάλλει αποφασιστικά στη διά­δοση και εξάπλωση του Χρι­στιανισμού στη Ρωσία.
Παράδειγμα ηρωισμού και αυτοθυσίας για την πίστη στο Χρι­στό από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Χριστιανισμού, αποτελούν οι άγιες βασίλισσες, Αλεξάνδρα και Φαυστίνα. Το κήρυγμα του Θεαν­θρώπου απλώθηκε πολύ γρήγο­ρα και έφτασε έως τα ειδωλολα­τρικά ανάκτορα των βασιλέων της εποχής. Ένα κήρυγμα σωτήριο που συγκίνησε και κατέκτησε τις βασίλισσες Αλεξάνδρα και Φαυ­στίνα, συζύγους των μεγάλων διω­κτών του Χριστιανισμού Διοκλητιανού και Μαξεντίου αντίστοι­χα. Αυτές κέρδισαν το φωτοστέ­φανο της αγιότητας με την υπο­μονή, την καρτερία αλλά και την ομολογία της πίστης τους στο Χρι­στό, μπροστά σε συζύγους σκλη­ρούς και άπιστους.
Άλλες πάλι βασίλισσες αψη­φώντας την πολυτέλεια, τη χλιδή και τις ανέσεις που τους πρόσφε­ρε η βασιλική τους ιδιότητα, προτί­μησαν να ζήσουν μια ζωή απλή και ταπεινή. Έτσι συναντάμε κά­ποιες από αυτές όπως την Ειρήνη, σύζυγο του Ιωάννη Β” Κομνηνού και μετέπειτα Ξένη μονα­χή, τη Θεοδώρα την Πετραλείφα, τη Θεοδώρα, τη σύζυγο του εικονομάχου αυτοκράτο­ρα Θεόφι­λου και τη Θεοφανώ, τη σύζυγο του Λέοντα Στ” του Σοφού, οι οποίες, αφού έζησαν μία ζωή προ­σφοράς και αγάπης μέ­σα στα ανάκτορα, τις βλέπουμε να βγάζουν στη συνέ­χεια τη βα­σιλική αλουργίδα και να ντύ­νονται το ταπεινό ρά­σο της μο­ναχής, τελειώνοντας κατ” αυτόν τον τρόπο τον επίγειο βίο τους σε κάποιο ταπεινό μοναστήρι δοξάζοντας το Θεό και κατακτώντας την αιωνιότητα.
Πάνω στα ίχνη των αγίων αυτών γυναικών των ανακτόρων πάτη­σαν και οι μικρές τη ηλικία αλλά εξίσου μεγάλες σε γενναιότητα, πίστη και αγιότητα πριγκίπισ­σες. Οι άγι­ες πριγκί­πισσες, οι κόρες των βασιλέων, παρόλη τη βασιλική τους καταγωγή δεν παρασύρ­θηκαν από την τρυφή, τον πλούτο, τη δύναμη και τη μέθη της εξου­σίας αλλά απεναν­τίας, θεω­ρώντας την παροδική και μάταιη, αναζήτη­σαν την ευτυχία και τη γαλήνη της ψυχής τους κοντά στο Θεό. Έτσι κάποιες έγιναν μοναχές όπως η Θεοδοσία, κόρη του αυτοκράτορα της Ρώμης Αδριανού, η Απολιναρία, κόρη ενός άλλου βασιλιά της Ρώμης, του Ανθέμιου, η Σωπάτρα, θυγατέρα του αυτοκρά­τορα Μαυρικίου και η Ανθούσα, η κόρη του εικονομάχου αυτο­κράτορα Κωνσταντίνου του Ε” του Κοπρωνύμου. Ενώ κάποιες άλλες πέρασαν τη ζωή τους εν πλήρει ευσέβεια και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, προσφέροντας πλούσιο έργο φιλανθρωπίας όπως η Φεβρωνία, η κόρη του αυτο­κράτορα Ηράκλειου.
Υπήρχαν όμως και αυτές οι πριγκίπισσες που πλήρωσαν πο­λύ ακριβά, με την ίδια τους τη ζωή, την ομολογία της πίστης τους στο Χριστό. Έγιναν μάρτυρες εξαι­τίας της αγάπης τους για το Χρι­στό υπομένοντας, πολλές από αυτές, επώδυνα βασανιστήρια. Η Κέρ­κυρα, κόρη του βασιλίσκου της Κέρκυρας Κερκυλίνου, η Δροσίδα, κόρη του αυτοκράτορα της Ρώμης Τραϊανού, η Αικατερίνη, θυγατέρα του βασιλιά της Αλεξάνδρειας Κώνστα, η Κασδόα, κό­ρη του βασιλιά της Περσίας Σαβωρίου, η Ειρήνη, κόρη του επί­σης Πέρση βασιλιά Λικινίου. Όλες αυτές αναδείχθηκαν μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες της Εκκλησίας μας, κερδίζοντας συγχρόνως το λαμπρό φωτοστέφανο της θείας δόξης.
Παράδειγμα φωτεινό στο διά­βα μας, το πέρασμα αυτών των αγίων γυναικών από τη ζωή. Δεν ήταν γυναίκες απλές και συνηθι­σμένες, ήταν βασίλισσες και πρι­γκίπισσες. Γυναίκες με εξουσία και δύναμη και με κάθε δυνατό­τητα να κατακτήσουν τον κόσμο και τη ζωή, που όμως προτίμησαν να αφουγκραστούν το λόγο του Κυρίου «τι γαρ ωφελείται άνθρω­πος εάν τον κόσμον όλον κερδίσει την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;». Λόγος σωτήριος που άγγιξε την ψυχή τους και τις οδήγησε στην αγιότητα!
Πηγή: «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» τεύχος 1 . Ιανουάριος – Μάρτιος 1999.