Translate

Βιτρώ Εικονογραφία !!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Απὸ τὸ ῾Αγιολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Απὸ τὸ ῾Αγιολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: Ο Διδάσκαλος των Αρετών

Ἀρχιμ. π. Γεωργίου Ρουσάκη
Ο Άγιος Ιωάννης ο Συγγραφέας της Κλίμακας

  Την  Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, την αφιερώνει η Εκκλησία μας σε ένα μεγάλο νηπτικό πατέρα στον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, φέτος δε συμπίπτει με την ημέρα της μνήμης του, διότι κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603 μΧ. σε ένα ασκητήριο της μονής Σινά, σε ηλικία περίπου ογδόντα ετών. Ο Άγιος Ιωάννης έζησε τον 6ο μ.Χ. αιώνα και γεννήθηκε στην Παλαιστίνη και διακρίνεται ως μία από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών.
Ο όσιος Ιωάννης ονομάζεται Σιναΐτης, αλλά και Ιωάννης της «Κλίμακος». Την προσηγορία Σιναΐτης έλαβε από το Μοναστήρι του Σινά, στο οποίο είχε εγκαταβιώσει και του οποίου εχρημάτισε και ηγούμενος. Ιωάννης δε «της Κλίμακος» ονομάζεται, επειδή το μοναδικό βιβλίο που συνέγραψε φέρει τον τίτλο «Κλίμαξ», δηλαδή σκάλα. Περιγράφει με κλιμακωτό τρόπο, μία σκάλα αρετών η οποία οδηγεί από τα χαμηλά στα υψηλά, από τα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής στα υψηλότερα και τελειότερα.
Σε ηλικία 16 ετών, ο όσιος,  και αφού σπούδασε την «εγκύκλιον και εξωτερικήν σοφίαν», όπως λέγει ο ίδιος, φεύγει για το όρος Σινά, όπου έζησε με μεγάλη άσκηση και υποταγή κοντά σε εμπειρότατο γέροντα. Μετά από τρία χρόνια σε ηλικία 19 ετών, ο νέος ασκητής φεύγει από τη μονή Σινά και πηγαίνει στην έρημο σε τόπο που λεγόταν «Θωλάς» - απείχε δύο ώρες πορεία από την Μονή - για να ακολουθήσει το στάδιο της «ησυχίας». Ο θείος έρωτας που φλογίζει την καρδιά του, δεν αφήνει τίποτα να μπει ανάμεσα σε αυτόν και τον «ηγαπημένον την ψυχής του, τον Κύριο». Θέλει να είναι μόνος του σε μια σχισμή ενός βράχου, μεταξύ ουρανού και γης. Να σκέπτεται, να συλλογίζεται, να προσεύχεται, να συνομιλεί, να δίνεται μοναδικά και ολοκληρωτικά στο «ακρότατον εφετόν» (δηλ. το πλέον επιθυμητό πράγμα στον κόσμο) στον Θεό. Ο όσιος Ιωάννης δεν είναι διδάσκαλος των αρετών μόνο με το σύγγραμμα του, την «Κλίμακα», αλλά μας διδάσκει εξίσου και με τον βίο του. Απομονώνεται στην έρημο κατόπιν υπακοής και όχι εξ «ιδίου θελήματος», αφού πρώτα συγκατένευσε προς τούτο και ο μακαριστός γέροντάς του Μαρτύριος.
Παρέμεινε δε ταπεινός σε όλη την αγία ζωή του, όσο κι αν η πύρινη προσευχή και τα θαύματά του έγιναν γνωστά σε πολλούς, παρόλο που εκείνος μόναζε ζώντας ζωή ερημίτη.
Είχαν προηγηθεί θεία σημεία, τουτέστι προορατικές αποκαλύψεις από άλλους αγίους ασκητές, που κατεδείκνυαν ότι ο φιλακόλουθος «παιδαριογέροντας»  Ιωάννης επρόκειτο να διαπρέψει στην αγιότητα και να διατελέσει στο μέλλον ηγούμενος του Σινά. Άλλωστε από εφηβικής ηλικίας ο Ιωάννης έκαμε πλήρη υπακοή στις μοναχικές οδηγίες, αρνούμενος το «ίδιον θέλημα», το οποίον στην ασκητική γραμματεία θεωρείται πηγή πνευματικών και σωματικών κινδύνων και απομάκρυνση από τη Χάρη του Θεού. Προορατικά, οι άγιοι γέροντες: ο Αββάς Στρατήγιος και ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης διέγνωσαν την θεία πρόοδο του νεαρού μοναχού Ιωάννη και ο πρώτος τον ονόμασε «μέγα αστέρα», ενώ ο δεύτερος αποκάλυψε, ότι αυτός ο νεότατος μοναχός, θα αναλάβει την ηγουμενία της Μονής. Σε άλλη περίπτωση, ο μέγας και θαυματουργός γέροντας Ιωάννης ο Σαββαΐτης, συναντώντας για πρώτη φορά τον γέροντα Μαρτύριο, - που ήταν ο γέροντας του Ιωάννη – μαζί με τον υποτακτικό του τον Ιωάννη, τον μετέπειτα όσιο συγγραφέα της «Κλίμακος», στον μεν πρώτο τον γέροντα Μαρτύριο, δεν ανταποκρίθηκε με ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στον δεύτερο, τον Ιωάννη, έπλυνε τα πόδια και φίλησε τα χέρια, ανακοινώνοντας ότι αντέστρεψε τη σειρά γιατί έπραξε ως να δέχθηκε ηγούμενο.
Έτσι πέρασε ο Αγ. Ιωάννης σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο.
Η απάντηση στην προφανή απορία του κοινού ανθρώπου, πως μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος τόσα πολλά χρόνια εντελώς μόνος και χωρίς υλικές ανέσεις μας την δίνει ό ίδιος ο Όσιος: «όταν ο άνθρωπος γευθεί λίγο τα «ουράνια», εύκολα καταφρονεί τα «επίγεια». Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης: «Ιησού μνήμη ενωθήτω τη πνοή σου και τότε γνώσει ησυχίας ωφέλειαν». Όταν δηλαδή κατορθώσεις να ενώσεις με την αναπνοή σου και με την ύπαρξή σου το πρόσωπο και το όνομα του Χριστού και ενωθείς μαζί Του βαθιά και σφιχτά, τότε θα καταλάβεις τι πάει να πει ησυχία και ερημιά και αποχώρηση από τον κόσμο. Εξ άλλου είναι γνωστό σε αυτές τις εκλεκτές ψυχές και το μαρτυρεί και ίδιος ο Όσιος, καθ’ όλη την διάρκεια του σκληρού μονήρους βίου, «ο Θεός ουκ αμάρτυρον εαυτόν ποιεί», δηλ. ο Θεός φανερώνει την παρουσία του και την ευαρέσκειά του με διάφορους τρόπους. Οι άνθρωποι αυτοί που ζουν την μακαρία μόνωση, συνήθως έχουν θεοπτικές εμπειρίες και αποκαλύψεις, που δύσκολα μπορεί να καταλάβει και να γευθεί ο άνθρωπος του κόσμου.
Έτρωγε πολύ λίγο και κοιμόταν επίσης λίγο, τόσο όσο να μη βλάψει τον νου του από την υπερβολική αγρυπνία. Έφθασε σε μεγάλα ύψη αγιότητος και αρετής και αξιώθηκε μεγάλων "εμπειριών και χαρισμάτων". Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Το προορατικό του χάρισμα φάνηκε και όταν έσωσε από βέβαιο θάνατο τον υποτακτικό του Μωυσή, ο οποίος κοιμόνταν κάτω από ένα τεράστιο βράχο. Ο Αγ. Ιωάννης προείδε την πτώση του βράχου ευρισκόμενος στο κελί του και φάνηκε καθ’  ύπνον στο μαθητή του, τον ξύπνησε και τον προέτρεψε να φύγει για να γλυτώσει τον κίνδυνο. Ο βράχος έπεσε αλλά ο μαθητής με την θαυμαστή επέμβαση του αγίου σώθηκε από βέβαιο θάνατο.
Οι μοναχοί της ιεράς μονής του Σινά, εκτιμώντας την σοφία και την αγιότητά του, τον εξέλεξαν ηγούμενο. Μετά από πολλές παρακλήσεις και πιέσεις κατόρθωσαν να τον πείσουν να έλθει κοντά τους, ως ηγούμενός τους και να παραμείνει στην περιώνυμη Μονή του Σινά ως ηγούμενος επί δύο περίπου χρόνια.
Ως ηγούμενος υπήρξε πατέρας, θεραπευτής και ικανός εξομολόγος για τους μοναχούς, τους οποίους καθοδηγούσε προς την απλανή γνώση της Αγίας Τριάδος και ενστάλαζε στις ψυχές τους τα θεία νάματα. Το θαυματουργικό του χάρισμα δεν τον εγκατέλειψε, αλλά ως ακόλουθος του μοναδικού ιατρού ψυχών και σωμάτων, Θεανθρώπου Ιησού, γιάτρευε ψυχικές και σωματικές νόσους. Σε μεγάλη ηλικία αναχώρησε από τη Μονή του Σινά και περιορίστηκε και πάλι στο ερημικό κελί της ησυχίας του, ενώ άφησε αντικαταστάτη του στην διαποίμανση των μοναχών τον αδελφό και συμμοναστή του Γεώργιο.  Η έρημος είχε κερδίσει οριστικά τον την καρδιά του και τον είλκυε δυνατά. Εκεί συνέχισε να γεωργεί το «άγονον της ερήμου» με την ακατάπαυστη «πηγή των δακρύων του» και με την χάρη του Θεού. Άφησε όμως μια ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά,  που είναι το σύγγραμμα του η «Κλίμαξ». Αλλά και αυτή η συγγραφή του έργου ήταν καρπός υπακοής. Διότι όταν ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ήταν ηγούμενος στη Μονή του Σινά έλαβε επιστολή από τον Ιωάννη, ηγούμενο της εν Ραϊθώ –κοντά στην Παλαιστίνη- Μονής, που του ζητούσε να του αποστείλει πνευματικές συμβουλές και ασκητικές νουθεσίες. Το σύγγραμμα που ο όσιος Σιναΐτης απέστειλε, ήταν το καταστάλαγμα της εμπειρίας του, οι «Πνευματικές Πλάκες» όπως ονομάστηκαν, αλλά και το απόσταγμα της Ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας και ονομάστηκε «Κλίμαξ Θείας Ανόδου» και είναι ο θείος οδοδείκτης των μοναχών, αλλά  και γενικά των χριστιανών στην πορεία προς τον όντως Όντα.
Το βιβλίο περιέχει τριάντα κεφάλαια - "Λόγους", οι οποίοι κατευθύνουν και περιγράφουν την πορεία κλιμακωτά από τα ‘κάτω’ προς τα ‘άνω’, από τα ‘χοϊκά’ προς τα επουράνια. Όλα δε είναι διαβαθμισμένα ως σε σκάλα ανόδου (εξ ου και η ονομασία του βιβλίου «Κλίμαξ»), που οδηγεί στην αγιότητα και τη θέωση τους πιστούς.
Η  «Κλίμαξ»,  κατά τον Αρχιμ. Σωφρόνιο Ζαχάρωφ του Έσσεξ, ‘’είναι έν των πλέον μεγαλοπνόων ασκητικών συγγραμμάτων”. Μέσα από τα κεφάλαιά του αναβλύζει όλη η ευωδία της αγιοπατερικής Παράδοσης, αλλά επίσης αποκαλύπτεται και η όλη προσωπικότητα του Οσίου. Όταν κάποιος γράφει, τότε ηθελημένα ή αθέλητα “βγάζει”, κατά το κοινώς λεγόμενο, τον εαυτό του. Ο άγιος Ιωάννης, με όσα αποτυπώνει στο χαρτί, φανερώνει ότι αυτά που γράφει είναι προσωπικά του βιώματα. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι ζωντανός, έχει την αμεσότητα του διδασκαλικού λόγου προς τους μαθητές. Διεισδύει βαθειά μέσα στην ψυχή, αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της και δημιουργεί κατάνυξη και διάθεση για προσευχή. Είναι ουσιαστικά διήγηση , περιγραφή των όσων είδε, άκουσε και ψηλάφισε. Είναι όλη η άγια πείρα και «μυστικές εμπειρίες» του Αγίου. Όλα αυτά  βρίσκονται αποθησαυρισμένα στην «Κλίμακά» του.
Τα τριάντα αυτά κεφάλαια, τα σκαλοπάτια της νοητής κλίμακας, ξεκινούν με την «αποταγή του δικού μας θελήματος», την «μετάνοια» ως διαρκή κατάσταση χριστιανικής ζωής, τη «μνήμη θανάτου» που κρατά τον άνθρωπο σε εγρήγορση και τον αποτρέπει από την πτώση. Προχωρούν στην «υπακοή» ως απαράβατο κανόνα του μοναχού (και όχι μόνο), στο «χαροποιό ή αναστάσιμο πένθος» (την λύπη δηλαδή για τις αποτυχίες μας, αλλά και την χαρά για την ανάστασή μας) και φθάνουν στην «αοργησία» και «πραότητα» που πρέπει να μας χαρακτηρίζουν. Παράλληλα ο όσιος συγγραφέας, αναλύει με σοφία τις εμπαθείς καταστάσεις που ανατρέπουν τον αγώνα των αρετών. Ως σοφός διδάσκαλος  αφενός μεν διδάσκει με βαθύνοια τον δρόμο των αρετών και αφετέρου καταδεικνύει με βαθειά σύνεση την αποφυγή του δρόμου των φθοροποιών παθών. Εφιστά την προσοχή  στην απομάκρυνση από την «κατάκριση» που εκμηδενίζει όλες τις άλλες αρετές, την ζημιά που προξενεί η πολυλογία και την ανάγκη της «σιωπής» που προάγει την συγκέντρωση του νου (‘’του θείου οφθαλμού της ψυχής’’ κατά τον όσιο Ιωάννη) και ελκύει την έλευση της χάριτος. Επισημαίνει ότι «η έλλειψη κατάνυξης»  οδηγεί στην «ακηδία» , ενώ η «γαστριμαργία»  οδηγεί στην «φιληδονία», την «φιλαργυρία» που μαζί με την «φιλοδοξία» είναι από τα κορυφαία πάθη και ασθένειες ψυχής. Προβάλλει ως υγιή στάση ζωής την «προσευχή» που πρέπει να είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πιστού. Ενώ η «υπερηφάνεια» και η «κενοδοξία» αποτελούν «σατανική στροφή της ψυχής», κατά τον ακριβή του λόγο.
Θεωρεί την «ταπείνωση» ως την πλέον προσφιλή αρετή στον Θεό, την δε  «διάκριση», την «ιερή ησυχία»  και «νήψη» ως απαραίτητους δρόμους προς τη βασιλεία των ουρανών. Χαρακτηρίζει δε την «απάθεια» ως το τελικό «χαριτωμένο» στάδιο θείων αγώνων. Όλες αυτές οι αρετές έχει δοθεί η ευκαιρία να αναλυθούν κατά τους κατανυκτικούς εσπερινούς προηγουμένου έτους.  Τέλος κατά τον όσιο Ιωάννη, με «την πίστη, ελπίδα και αγάπη», φθάνουμε στο αποκορύφωμα των αρετών που είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος στα υιοθετημένα παιδιά Του.
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από όντως αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Ο ιερός διδάσκαλος αναφερόμενος στον αγώνα των αρετών απευθύνεται σε μοναχούς, και κυρίως σε υποτακτικούς, όπως ὁ ίδιος αναφέρει, αλλά ο λόγος του  έχει να προσφέρει μεγίστη ωφέλεια και σε κάθε συνειδητό και αγωνιζόμενο Χριστιανό. Είναι αδύνατον όμως να αναλύσουμε σε τόσο μικρό χρόνο, τον αγώνα των αρετών, όπως μας τον παρουσιάζει ο όσιος στο έργο του. Θα διατυπώσουμε μόνο ορισμένες γενικές παρατηρήσεις, αυτές που θα μπορούσε να κάνει ο αναγνώστης της «Κλίμακος».
 
Πρώτον ο χαρακτηρισμός, ως «Κλίμακος», για να περιγραφεί η πορεία των αρετών προς την τελείωση, δηλώνει ότι ο αγωνιστής (ο όσιος χρησιμοποιεί συχνά την λέξη αυτή), είτε μοναχός ἤ κοσμικός, δεν κατακτά εξ αρχής και ακόπως την αρετή και την αγιότητα, όπως κανείς δεν μπορεί να ανέβει διά μιας μια σκάλα, αλλά βαθμιαία και σταδιακά, με ισόβιους μόχθους και υπομονή, αρχίζοντας από την εκκοπή των παθών και καταλήγοντας στην απάθεια και στίς ελλάμψεις των υπερφυσικών χαρισμάτων. «Οὐδεὶς κλίμακα ὑφ᾿ ἕν ποτε ἀνελθεῖν δεδύνηται.Χρόνῳ καὶ ὑπομονῇ καὶ κατὰ μικρὸν τὰ εἰρημένα ἐν ἡμῖν προσγίνονται καὶ τελειοῦνται». Δηλαδή: «κανείς δεν μπορεί να ανέβει μια σκάλα δια μιας, αλλά με χρόνο και υπομονή και σιγά-σιγά θα γίνουν και θα ολοκληρωθούν αυτά που είπαμε.» (Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄ κβ).
Μία δεύτερη παρατήρηση είναι ότι ο αγώνας ή αλλιώς η πνευματική εργασία απαιτεί, κατά τον Άγιο Ιωάννη, ως βασικές προϋποθέσεις αφενός την προαίρεση και τον πόθο της σωτηρίας εκ μέρους του ανθρώπου, του αγωνιστού  και αφετέρου την βοήθεια εκ μέρους του Θεού. Ἡ συνεργία του Θεού είναι δεδομένη, αλλά μόνο όταν προηγηθεί η θέληση του ανθρώπου. Λέγει σχετικά στον περί διακρίσεως λόγο: «Πάσης πνευματικῆς ἐργασίας ὁρωμένης τε καὶ νοουμένης προηγεῖται πρόθεσις οἰκεία καὶ πόθος ἄριστος, μετὰ συνεργίας Θεοῦ γινόμενα· τῶν γὰρ προτέρων μὴ καταβληθέντων τὸ δεύτερον ἐπακολουθεῖν οὐ πέφυκεν». Δηλαδή για κάθε πνευματική εργασία προηγείται εκούσια πρόθεση και η άριστη προσωπική επιθυμία  που ολοκληρώνονται με την συνέργια του Θεού. Αν δεν υπάρχουν τα δύο πρώτα είναι αδύνατον να συνεργήσει ο Θεός (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ).
Βεβαίως ὁ Θεός δεν παύει να μεριμνά για την σωτηρία όλων, όποια πρόθεση και αν έχουν, και δίδει με ποικίλους τρόπους ευκαιρίες μετανοίας στον καθένα. Παράλληλα όμως ο Άγιος θέλει να τονίσει τον σεβασμό του Θεού προς την ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου. Ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄, Τιμ. β΄, 4 ) αλλά δεν αναγκάζει κανένα.


Είναι χαρακτηριστικός ο ακροτελεύτιος λόγος του πατρός: «Κλίμακα ἀναβάσεως πεπελέκηκα· ἕκαστος δὲ λοιπὸν βλεπέτω ἐν ποίᾳ βαθμίδι ἕστηκεν». Δηλαδή μας λέγει «πελέκησα , χάραξα μια σκάλα αναβάσεως, ο καθένας ας δει σε ποιό σκαλοπάτι στέκεται» ( Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄).
Μία τρίτη παρατήρηση είναι ότι ο Όσιος δεν αγνοεί το γεγονός ότι όλοι δεν φθάνουν πάντα στα ίδια πνευματικά μέτρα. Άλλωστε, στις ευαγγελικές παραβολές της σποράς –που μας υπενθυμίζει ο ιερός συγγραφεύς- ο Κύριος με τις εικόνες της σποράς,  παριστά τις διαβαθμίσεις της πνευματικής καταστάσεως στους Χριστιανούς: «ὃ μὲν καρποφορεῖ ἑκατόν, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα». (Ματθ. ιγ΄, 8) (24) Ανάλογες είναι και οι αναφορές στην «Κλίμακα»: «Οὐ πάντας μὲν ἀπαθεῖς γενέσθαι δυνατόν· πάντας δὲ σωθῆναι καὶ Θεῷ διαλλαγῆναι οὐκ ἀδύνατον». Δηλαδή δεν είναι δυνατόν όλοι να φθάσουν στην απάθεια αλλά δεν είναι αδύνατον να σωθούν όλοι» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, νδ΄). Λέγει επ’ αυτού γλαφυρά ο Αγ. Ιωάννης: «Εἶδον τρεῖς ἀδελφοὺς ζημιωθέντας· καὶ ὁ μὲν ἠγανάκτει, ὁ δὲ ἔμενεν ἄλυπος, ὁ δὲ πολλὴν τὴν χαρὰν ἐκαρποῦτο».Δηλαδή: «είδα τρεις αδελφούς να αδικούνται ο μεν ένας αγανάκτησε, ο άλλος δεν λυπήθηκε καθόλου και ο τρίτος χάρηκε για την αδικία» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄ λε). Σε άλλο δε σημείο παραθέτει την μαρτυρία: «Τρεῖς ἔγωγε ὁμοθυμαδὸν ἑώρακα μοναχοὺς ἀτιμασθέντας· καὶ ὁ μὲν δέδηκται μὲν καὶ τετάρακται, σεσιώπηκε δέ· ὁ δὲ ἐχάρη μὲν ἑαυτοῦ χάριν, λελύπηται δὲ περὶ τοῦ λοιδορήσαντος· ὁ δὲ τρίτος τὴν τοῦ πλησίον βλάβην ἀνατυπώσας, ἐδάκρυσε θερμῶς· καὶ ἦν ἰδεῖν φόβου καὶ μισθοῦ καὶ ἀγάπης ἐργάτας». Δηλαδή : «είδα τρείς μοναχούς ταυτοχρόνως να υβρίζονται και να προσβάλονται άδικα. Ο μεν πρώτος θίχθηκε και ταράχτηκε αλλά σιώπησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του (που προσεβλήθη αδίκως) και λυπήθηκε γι’ αυτόν που τον πρόσβαλε. Ο δε τρίτος αναλογίσθηκε την βλάβη που υπέστη ο εξυβρίσας πλησίον του και έκλαυσε θερμώς γι’ αυτόν». Και έτσι, λέγει ο Όσιος, είδα και τα τρία είδη των ευαγγελικών  εργατών, αυτούς δηλαδή που εργάζονται από φόβο, αυτούς που εργάζονται για τον μισθό και τέλος αυτούς που εργάζονται από αγάπη» (Κλίμαξ, Λόγος Η΄,κθ΄).
Επισημαίνει επίσης ο σοφός διδάσκαλος ότι είναι απαραίτητο να γνωρίζει ο αγωνιζόμενος τις δυνάμεις του και αναλόγως να επιχειρεί την ανάβαση της κλίμακας, με τούς τρόπους πού προσιδιάζουν στην ιδιοσυγκρασία και στις σωματικές και ψυχικές δυνατότητές του. Η άκαιρη επιμονή σε αγώνες υπέρ δύναμιν ασφαλώς δεν είναι εκ Θεού και προδίδουν υπερηφάνεια και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και όχι στον Θεό. Η «εκ δεξιών κλοπή» είναι συχνή παγίδα του διαβόλου, για να παρασύρει σε αδιάκριτη ανευλόγητη άσκηση και να οδηγήσει τελικά στην πλάνη (Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, ε΄).
Αν τέλος θέλαμε να συνοψίσουμε την περί των αρετών διδασκαλία του ιερού πατρός, θα λέγαμε ότι  ο Άγιος Ιωάννης τα μεν πάθη τα συγκεφαλαιώνει, συμφωνώντας και με τούς άλλους νηπτικούς Πατέρες, στα τρία πρωταρχικά, την φιληδονία, την φιλαργυρία και την κενοδοξία. (Κλίμαξ, Λόγος Λ΄, ιη΄). Θεωρεί δε ως το πιο ολέθριο πάθος, ως «πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελείωσιν» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, λστ΄) «την υπερηφάνεια ή αλλιώς οίηση», στην οποία οδηγεί αυξανόμενη η φιλοδοξία. Η υπερηφάνεια, αυτή και μόνη, είναι ικανή να αναπληρώσει τον τόπο όλων παθών στην ψυχή εκείνου πού δεν θα την πολεμήσει. (Κλίμαξ, Λόγος ΚΒ΄, στ΄).
Τον δε αγώνα των αρετών τον θεωρεί ως αγώνα με τρία μέτωπα που ανταποκρίνονται στην θεραπεία του τριμερούς της ψυχής, δηλαδή του επιθυμητικού, του θυμικού και του λογιστικού, διά της αποκτήσεως των τριών βασικών μεγάλων αρετών, «τῶν μητέρων τῶν ἀρετῶν», (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, κη΄)  εγκρατείας, ταπεινοφροσύνης και αγάπης. «Τῇ Τριάδι τῇ Ἁγίᾳ», λέγει, «κατὰ τῶν τριῶν διὰ τῶν τριῶν ὁπλισώμεθα». Δηλαδή με την Χάρη της Αγίας Τριάδος κατά των τριών παθών θα οπλιστούμε με τρείς αρετές. Ο συνετός άνθρωπος, συνεχίζει, αγωνίζεται περισσότερο να αποκτήσει τις μητέρες των αρετών, για ν' ακολουθήσουν, φυσικώ τω τρόπω, και οι θυγατέρες, οι λοιπές δηλαδή αρετές (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, κη).
Σταχυολογώντας από την  διδασκαλία του Οσίου πατρός διαβάζομε για την πρώτη αρετή της εγκρατείας. «Εγκρατής είναι αυτός που ζει μέσα στους πειρασμούς και τις παγίδες και τούς θορύβους του κόσμου και αγωνίζεται με όλη του τη δύναμη να μιμηθεί την ζωή εκείνων που είναι απαλλαγμένοι από τους θορύβους του κόσμου» (Κλίμαξ Λόγος Α’, θ’ ).
Η δεύτερη βασική αρετή η ταπεινοφροσύνη κατά τον Αγ. Ιωάννη δεν είναι όταν κάποιος εξευτελίζει και κατηγορεί μόνος τον εαυτό του. Γιατί πώς να μην αντέξει κάποιος αυτά που ο ίδιος κάνει; Αντίθετα ταπεινόφρων είναι εκείνος που υβρίσθηκε από κάποιον άλλο και ωστόσο δεν ελάττωσε καθόλου την αγάπη του γι αυτόν.
Η ταπείνωση είναι μόνη της, μία σκάλα με εκατομμύρια σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι πατά στη γη, και το τελευταίο, αν υπάρχει, ακουμπά στον ουρανό. Το πρώτο είναι η στοιχειώδης ταπείνωση, και το τελευταίο είναι η "τελεία" ταπείνωση, που είχε η Παναγία μας.
Η στοιχειώδης ταπείνωση περιλαμβάνει: την πίστη στον Τριαδικό Θεό, στη διδασκαλία της Γραφής και της Εκκλησίας. Να πιστεύεις δηλαδή σ' όσα λέει το "πιστεύω" κι όχι όπως και σε αυτά που εσύ νομίζεις. Την ταπείνωση αυτή την έχουν, και οφείλουν να την έχουν, όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Μετά το πρώτο σκαλοπάτι αρχίζει η γνήσια ταπείνωση, που συνεχώς ανέρχεται. "Η οσία ταπείνωση δεν καταδικάζει τους άλλους, αλλά καταδικάζει εν διανοία συνεχώς και ειλικρινώς τον εαυτό μας" και μόνο τον εαυτό μας. Διαφορετική δε είναι η ταπείνωση των αρχαρίων και διαφορετική των τελείων. "Άλλη η ταπείνωση, όταν επικρατεί ο χειμώνας των παθών, άλλη, όταν έρθει η άνοιξη των καρπών, κι άλλη, όταν έρθει το θέρος των αρετών". Άλλη η ταπείνωση, όταν κανείς βρίσκεται στο πεδίο της καθάρσεως, άλλη, όταν βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού, κι άλλη στο στάδιο της θεώσεως (Κλίμαξ Λόγος ΚΕ ΄).
Τέλος ο Όσιος διδάσκαλος καταλήγει στην κορυφαία αρετή, την αγάπη, που είναι ο Ουρανός στην γη. Αγάπη είναι ο Θεός, διότι «ο Θεός αγάπη εστίν» (Καθ. Ιωάννου δ΄8) . Όλες οι προσπάθειες μας, όλες οι θυσίες μας, κι αυτοί οι χτύποι της καρδιάς μας, στο ρυθμό της αγάπης Του πρέπει να χτυπούν. Λέγει, λοιπόν, ο άγιος μας, ότι, «αυτός που θέλει να ομιλεί για την αγάπη είναι σαν να επιχειρεί να ομιλεί για τον ίδιο το Θεό… η αγάπη, ως προς την ποιότητα της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους….Η αγάπη χορηγεί την χάρη της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμη της θαυματουργίας, η αγάπη είναι άβυσσος της Θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του Θεϊκού πυρός όσο περισσότερο πυρ αναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει εκείνον που διψά. Η αγάπη είναι η στάση και η εδραίωση των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού» (Κλίμαξ Λόγος Λ΄).
Όλη η περί των αρετών διδασκαλία του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη είναι λόγος που γράφτηκε προ δεκατεσσάρων αιώνων, αλλά παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος, γιατί και στη σημερινή εποχή, όπως τότε, ο άνθρωπος βυθίζεται στην υλόφρονα καθημερινότητα αδιαφορώντας για την πνευματική του ζωή. Ο Άγιος Ιωάννης μάς περιγράφει πολύ παραστατικά αυτή την θλιβερή πραγματικότητα που υπήρχε κατ’ αναλογία και στη δική του εποχή. Λέγει, λοιπόν, ότι «o άνθρωπος,( της εποχής του και μάλλον επαναλαμβάνεται και στον σύγχρονο άνθρωπο) διαβάζει για την κρίση και αρχίζει να χαμογελά. Για την κενοδοξία και κενοδοξεί την ώρα της αναγνώσεως. Αποστηθίζει λόγους περί αγρυπνίας και παρευθύς καταβυθίζεται στον ύπνο. Εγκωμιάζει την προσευχή, και την αποφεύγει σαν μαστίγιο. Μόλις χορτάσει φαγητό μετανοεί, και ύστερα από λίγο τρώγει και χορταίνει περισσότερο. Μακαρίζει τη σιωπή και την εγκωμιάζει με πολυλογία. Επαινεί και δοξάζει τους ελεήμονες, αλλά υβρίζει τους φτωχούς». (Κλίμαξ Λόγος ΙΖ΄). Γι’ αυτό καλεί , ο Όσιος διδάσκαλος, σε νηφάλιο και συνεχή αγώνα, τον κάθε χριστιανό εναντίον των παθών, δίδοντάς μας  την Κλίμακά του, στο μέσον της Μ. Τεσσαρακοστής, ως πρότυπο για την ανάβασή μας, από την γη στον Ουρανό.
Ευχηθείτε λοιπόν, ο μέγας πατήρ ημών Ιωάννης της Κλίμακος να μας χειραγωγεί στους αγώνες μας με στόχο τις άγιες αρετές, ώστε να οικοδομήσουμε και εμείς με την βοήθειά του την δική μας κλίμακα και ακολουθώντας τον σοφό διδάσκαλο, να ανεβούμε τα σκαλοπάτια της πνευματικής πορείας προς την Ανάσταση και δι’ αυτής στην Βασιλεία του Αιωνίου Βασιλέως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ώ, η δόξα, η τιμή και το κράτος, νυν και αεί και εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.
 ΠΗΓΗ: http://www.imns.gr/eidiseis-mitropoleos/602-2014-04-03-10-32-22.html

Φιλοκαλία και Νηπτικοί Πατέρες της Εκκλησίας μας !!



Η Φιλοκαλία (εκ του φιλοκαλείν) είναι μια συλλογή δηλαδή κειμένων των νηπτικών – ασκητικών πατέρων (αυτών που βρίσκονταν σε μια διαρκεί νήψη, επαγρύπνιση και άσκηση) της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μία συλλογή κειμένων που αποτελεί φορέα της ησυχαστικής παράδοσης, που γράφτηκαν από τον τέταρτο έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Το περιεχόμενο αυτών των κειμένων έχει να κάνει με τις προσπάθειες που καταβάλει ο χριστιανός για την ανύψωση της ψυχής αλλά και του νοός μέσω της προσευχής με τελικό στόχο και σκοπό την ένωση τους με το θείο, με το θεό. Τη συλλογή, την επιμέλεια και την έκδοση όλων αυτών των φιλοκαλικών κειμένων από τον 4ο αιώνα μέχρι και τον 15ο όπως προείπαμε, την ανέλαβαν να την φέρουν εις πέρας τον 19ο αιώνα δύο μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Άγιος  Μακάριος Νοταράς, αρχιεπίσκοπος Κορίνθου.
Το μεγάλο αυτό έργο της Φιλοκαλίας, αγαπημένοι μου ακροατές, μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες. Πρόκειται για το θησαυρό της Ορθοδοξίας…Πρόκειται για τη βιωμένη παράδοση της Εκκλησίας, για την εφαρμογή του Ευαγγελίου του Κυρίου μας στην πράξη. Πάντα θυμάμαι το λόγο του σεβαστού καθηγητού μου, επισκόπου Μαυροβουνίου, πατρός  Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, που πάλιν και πολλάκις μας επαναλάμβανε πως Αγία Γραφή και Φιλοκαλία αν διαβάζεται …αυτά τα δύο είναι αρκετά για να σας οδηγήσουν στη σωτηρία…!!
Πέραν δηλαδή, της Βίβλου, και ορισμένων κειμένων των πρώτων χριστιανών πατέρων, η Φιλοκαλία είναι ένα έργο, που ασκεί σημαντικότατες επιδράσεις και αποτελεί θαυμαστό παράδειγμα της ευλάβειας της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας.
Επίσης πρέπει να επισημάνουμε πως στην εισαγωγή της μετάφρασης της Φιλοκαλίας στην Αγγλική των Palmer, Sherrard και Ware, η φιλοκαλία ορίζεται ως "αγάπη προς το κάλλος, το εξυψωμένο, το θαυμάσιο, αντιληπτό ως υπερβατική πηγή της ζωής και αποκάλυψη της αληθείας". Οι συγγραφείς των κειμένων ήσαν κυρίως μοναχοί, ο αγώνας των οποίων για νοητικό εξαγνισμό και πνευματική τελείωση επαναλαμβάνεται ως θέμα σε ολόκληρη τη Φιλοκαλία.

Ο μακάριος Διάδοχος, Επίσκοπος Φωτικής κάπου στη σημερινή Παραμυθιά της Ηπείρου, διακρίνεται ανάμεσα στους ασκητικούς συγγραφείς. Το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτόν είναι ότι ήταν Επίσκοπος στα μέσα του πέμπτου αιώνα. Η υπογραφή του βρίσκεται σε μια επιστολή προς τον Αυτοκράτορα Λέοντα, που εστάλη από τους επισκόπους της Ηπείρου μετά το φόνο του Προτερίου Αλεξανδρείας από τους Μονοφυσίτες το 457. Οι σύγχρονοι ιστορικοί δεν τον μνημονεύουν. Ο Άγ. Φώτιος δεν λέγει τίποτε για τη ζωή του αλλά αναφέρεται στην «έξοχη» προσφώνησή του και τον μνημονεύει ως έναν από τους αντιπάλους των Μονοφυσιτών στα χρόνια της Συνόδου της Χαλκηδόνος το 451 (Bibl. Cod. 231).
 Είναι εκπληκτικό το πως ένας τόσο μεγάλος θεολόγος και νηπτικός πατέρας είναι τόσο λίγο γνωστός, παρ' ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, κατά τους αγώνες του υπέρ του Ησυχασμού και της μυστικής του θεολογίας, παραπέμπει αρκετές φορές στον άγιο Διάδοχο.
Οι εκδότες της Φιλοκαλίας, Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης και ο Άγιος μακάριος Νοταράς, εγκωμιάζουν ως μεγάλο νηπτικό Πατέρα τον θείο Διάδοχο και από τα ελάχιστα διασωθέντα έργα του επέλεξαν μόνο το βραχύτατο, του "Δέκα Όρους", και το μακρότατο, τα «Εκατό Γνωστικά Κεφάλαια».
Πρόκειται για ένα έργο βαθύτατης πνευματικής εμπειρίας, κυριολεκτικώς αγιοπνευματικό, με χρήση ενός μεγάλου αριθμού πρωτοτύπων λέξεων, προκειμένου να εκφρασθούν σύνθετες μυστικές κινήσεις και γεύσεις της ψυχής.
Τα "Εκατό Κεφάλαια", αν και παρουσιάζονται σαν αυτοτελή κείμενα, όμως έχουν μια εσωτερική ενότητα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί και με το συνηθισμένο πεζογραφικό λόγο. Αλλά από τους αγίους Πατέρες, ιδίως τους νηπτικούς, έχει προτιμηθεί η άρραφη μέθοδος των κεφαλαίων για να εκφράζεται έτσι η συγκεκριμένη εμπειρία και για ν' απομνημονεύονται πιο εύκολα από τους μοναχούς.
Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα έργα του αγίου Διαδόχου διακρίνονται για τη γλωσσική αττική χάρη και το σαφή τρόπο διατυπώσεως.
Όσο σαφής κι αν είναι η διατύπωση αγιοπνευματικών εμπειριών, παρόλα αυτά, μονάχα με την εσωτερική συγγένεια θα μπορούσαμε να τις αισθανθούμε. Και θα έπρεπε να βρισκόμαστε στην πνευματική κατάσταση του αγίου Διαδόχου, του οποίου η ψυχή ολόκληρη φλεγόταν από την αγάπη του Χριστού, ο νους του ήταν μέσα στην λάμψη του Ακτίστου Φωτός, η ταπείνωση συγκρατούσε σε αυτογνωσία τον θεωμένο όσιο, το σώμα του συνευφραινόταν μαζί με την ψυχή του, οι πνευματικές θεωρίες διαδέχονταν η μία την άλλη, η προσευχή μέσα στην καρδιά του είχε γίνει φύση, η μυστική ένωσή του με τον Θεό ήταν συνεχής, για να καταλάβουμε με πληρότητα το περιεχόμενο των εμπειριών του.
Και ακριβώς από αυτή την πάμφωτη ερωτική κατάσταση της ψυχής του αγίου Διαδόχου ανέβλυσαν τα ηδύτατα "Γνωστικά Κεφάλαια" σαν ουσία και μορφή, που απευθύνονται κυρίως σε μοναχούς, αλλά έχουν και γενικότερη σημασία για χρήση απ' όλη την Εκκλησία, γιατί αναφέρονται στα προβλήματα της χριστιανικής ψυχής, που καλείται από τον Χριστό να ανεβεί όλα τα σκαλοπάτια της χριστιανικής τελειότητας. Αλλά και αν ακόμα δεν κατορθώσει κανείς να γίνει τέλειος σχετικά, πάντως μένει το κέρδος της ήττας που συνεπάγεται την αυτοταπείνωση. Και αυτό είναι ένα κέρδος θετικό.
Στα "Γνωστικά Κεφάλαια" υπάρχουν απλανείς λύσεις και ερμηνείες των εσωτερικών προβλημάτων των μοναχών και λαϊκών, διέξοδος στα αδιέξοδα των ψυχών, αιτιολόγηση των διαφόρων ψυχοπαθολογικών φαινομένων, υποδείξεις μέσων θεραπείας, εκτίθεται η κλίμακα της εν Χριστώ ζωής, αποκαλύπτονται τα όργια της μυστικής θεολογίας, αναπτύσσεται η διδασκαλία της νοερής προσευχής και τέλος, δακτυλοδεικτείται ο δρόμος της χαράς, της ειρήνης, της αγάπης, της απάθειας εν αγίων Πνεύματι και της εν θείω φωτί θεώσεως του ανθρώπου.
Όσο για τους "Δέκα Όρους", αυτοί αποτελούν την ακρότατη έκφραση της εν Χριστώ ζωής, που συνίσταται στην πίστη, σαν απαθή έννοια περί Θεού και σαν εκδημία του νου προς ελπιζόμενα· στην υπομονή, σαν αδιάλειπτη αναμονή του Αόρατου,· στην αφιλαργυρία, όταν κανείς δεν θέλει τίποτε· στην επίγνωση του Θεού από εκείνον που αγνοεί τον εαυτό του τελείως, επειδή ζει εν Θεώ, στην ταπεινοφροσύνη, που συνίσταται στην λήθη των όσων καλών κάνει· στην αοργησία, σαν επιθυμία θερμή να μην οργίζεται κανείς· στην αγνότητα, που εκφράζεται σαν αίσθηση συνεχούς ενώσεως με τον Θεό· στην αγάπη, που διακρίνεται για την αύξηση της φιλίας προς τους υβρίζοντες· και τέλος, στην αλλοίωση της ψυχής, που προκαλείται από την διαρκή εντρύφηση του Θεού, και στην χαρά από την αναμονή του θανάτου.
Ο άγιος Διάδοχος είναι αναμφίβολα ένας από τους μεγαλύτερους Νηπτικούς Πατέρες, που επηρέασε θετικά την μοναστική και πνευματική παράδοση και πλούτισε την Ησυχαστική και Θεολογική Γραμματεία της Εκκλησίας. 




Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ...ένας σύγχρονος Άγιος !!

O κ. Κλείτος Ιωαννίδης, συγγραφέας του βιβλίου "Γεροντικό του 20ου αιώνος", συνομιλεί με τον Μητροπ. Μαυροβουνίου Αμφιλόχιο Ράντοβιτς για τον γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς.
Συνομιλητής: Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου
Κ.Ι.: Θα θέλατε, Σεβασμιώτατε, προτού μας μιλήσετε για το μεγάλο Γέροντα σας, να μας λέγατε λίγα λόγια γενικά για τους Γέροντες;
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Ο θεσμός των Γερόντων δεν είναι τυχαίο φαινόμενο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Θεολογικά στηρίζεται στο μυστήριο της αιωνίου πατρότητος, στο μυστήριο της σχέσεως του Υιού του Μονογενούς, του Χριστού μας, με τον αιώνιο Πατέρα. Και στη συνέχεια στηρίζεται στο μυστήριο της σχέσεως των δασκάλων, των καθοδηγητών στη ζωή κατά πίστιν, όπως είναι λόγου χάριν ο απόστολος Παύλος, ο οποίος έλεγε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Αυτή η μίμηση δεν έχει την έννοια της εξωτερικής μιμήσεως, αλλά σημαίνει τη μετάδοση της ίδιας της ζωντανής παραδόσεως ως εμπειρίας. Κι αυτό είναι σημαντικότατο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, διότι σ' αυτή την εμπειρία στηρίζεται και η ζωή της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι, που είναι φορείς αυτής της εμπειρίας, είναι εκείνοι οι οποίοι είναι μάρτυρες του Ευαγγελίου και αυτοί που φωτίζουν τον κόσμο. Ανέκαθεν είχαμε τέτοιους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν αυτοί ήσαν επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι ή μοναχοί. Σ' όλες τις εσοχές είχαμε τέτοια φωτεινά πρόσωπα, που ήσαν στήριγμα της Εκκλησίας και των ψυχών" κι έχουμε και στην εποχή μας. Κι ευτυχώς, διότι η εποχή μας έχει τόσο απομακρυνθεί από την εμπειρία του Θεού, την οποία έχει αντικαταστήσει με την εμπειρία του κόσμου. Γι' αυτό έχουμε περισσότερη ανάγκη της υπάρξεως στον αιώνα μας τέτοιων προσώπων, που έχουν την εμπειρία του Θεού, ώστε να μπορούν να μας καθοδηγούν. Ένας απ' αυτούς τους Γέροντες ήταν και ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ένας σύγχρονος διανοούμενος, ο οποίος σπούδασε και θεολογία και φιλοσοφία. Ήταν ως εκ της φύσεως του φιλόσοφος κι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας της Σερβίας το 1936 (1). Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς βρίσκεται μέσα σ' όλη τη μεταπολεμική, θα λέγαμε, περιπέτεια του σερβικού Έθνους και της σερβικής Εκκλησίας. Ήταν πολύ αξιόλογος άνδρας, πραγματικός διανοούμενος, θεολόγος, φιλόσοφος, ποιητής, γνώστης διαφόρων γλωσσών και διαδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στους κύκλους τους εκκλησιαστικούς και, γενικά, των διανοουμένων. Άφησε δε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο. Μερικά από τα βιβλία του είναι μεταφρασμένα και στα ελληνικά. Στράφηκε προς την εμπειρία της Εκκλησίας, την οποία έζησε ο ίδιος και μελέτησε, ως δογματικός πρώτα, ως διανοούμενος. Αλλά κυρίως στράφηκε προς τους αγίους Πατέρες, προς τους βίους των αγίων και προς τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Όχι, όμως, με μια ακαδημαϊκή μελέτη, αλλά με μια έμπρακτη, μια βιωματική μελέτη.
Κ.Ι.: Σεις γνωρίσατε τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς. Κι είναι εξαιρετική χαρά για μας, Σεβασμιώτατε, που είχατε την καλωσύνη να μας μιλήσετε για την οσιακή αυτή μορφή, που παράλληλα υπήρξε και ένας επιφανής Ορθόδοξος θεολόγος (2).
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Τον γνώρισα όταν ήταν αποκλεισμένος στο μοναστήρι, μεταπολεμικά, που τον είχαν εκδιώξει από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Είχε έρθει στην κηδεία μιας γνωστής κυρίας στο Βελιγράδι και τότε τον είδα για πρώτη φορά. Ήσαν και επίσκοποι εκεί, αλλά στο πρόσωπο του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, στην εξαϋλωμένη εκείνη μορφή του, έβλεπες ένα ιερέα, ένα λευίτη του Θεού, που ξεχώριζε απ' όλους τους άλλους, όχι μόνο με τη μορφή του, αλλά και με τη δύναμη του λόγου του και με την αφοσίωσή του προς το Θεό, η οποία έβγαινε από μέσα του. Στο μοναστήρι του πήγα, όταν έγινε η κουρά σε μοναχό του νυν Μητροπολίτη Ερζεγοβίνης κ. Αθανασίου Γιέβτιτς το 1959 συνάντησα τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς και από τότε συνδεθήκαμε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Κ.Ι.: Τον γνωρίζατε, δηλαδή, είκοσι ολόκληρα χρόνια, εφόσον ο πατήρ Πόποβιτς εκοιμήθη το 1979.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Βέβαια, εγώ έλειψα δώδεκα χρόνια από τη Σερβία, όταν πήγα στην Ελλάδα για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου. Αλλά και τότε είχαμε γραπτή επικοινωνία. Είναι πολλά, πάρα πολλά, αυτά που θυμάμαι από τον πατέρα Ιουστίνο και δεν μπορεί να τ' αναφέρει κανείς σε μια συνομιλία. Ας πούμε, λοιπόν, κάποια απ' αυτά.
Μια φορά μιλούσαμε με το Γέροντα -ήταν και ο τότε ιερομόναχος και τώρα Μητροπολίτης κ. Αθανάσιος Γιέβτιτς- για τα προβλήματα της εποχής μας και μας είπε:
-Βλέπετε κι εγώ, αν δεν είχα αυτή την ευλογία του Θεού να πιαστώ από τον Κύριο, θα είχα μείνει κάποιος φιλόσοφος τύπου Νίτσε, απελπισμένος μέσα σ' αυτό το άπειρο και άγνωστο Σύμπαν.
Αυτό έδειχνε τη βαθύτατη αφοσίωση του και την αγάπη του προς το πρόσωπο του Κυρίου. Και λέγοντας αυτά τα λόγια, τα μάτια του έγιναν δύο πηγές, δύο ποταμοί δακρύων.
Κ.Ι.: Είχε τα κατανυκτικά δάκρυα.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Βέβαια. Τον έβλεπες, ας πούμε, στην Ακολουθία, αφοσιωμένο ολόκληρο στη λατρεία και πολλές φορές έκλαιε σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Αυτό το παρατηρούσε, βέβαια, μόνο όποιος βρισκόταν μέσα στο Ιερό, διότι τα έλεγε σιγανά και κατάπινε τα δάκρυα του. Τα κατανυκτικά δάκρυα ήταν ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά, που είχε ο Γέροντας. Οι τελευταίες του στιγμές φανέρωσαν ακόμη περισσότερο τον άνδρα, διότι, όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται στα τελευταία του, συνοψίζεται πλέον ο βίος του, οπότε χάνει και τις δυνάμεις του ο έξω άνθρωπος, διαλύεται και τότε δείχνει αν πράγματι έχει μέσα του το στήριγμα στο αιώνιο, στο Θεό.
Όταν, λοιπόν, μας ειδοποίησαν ότι ο πατήρ Ιουστίνος έπνεε τα λοίσθια, πήγαμε και τον βρήκαμε να ψυχορραγεί, με τους γιατρούς και τις αδελφές και κάποια άλλα πρόσωπα γύρω του. Όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, έβλεπα το πρόσωπο του, που ήταν φωτεινότατο και τα μάτια του, που έλαμπαν από τη χαρά και τη χάρη. Τέτοια χαρά στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί. Έβλεπες ένα άνθρωπο ογδόντα πέντε ετών, που είχε μέσα του την ανανέωση και την αιώνια νεότητα.
Ήταν πάντα όπως ένα παιδάκι. Ένας συγγραφέας, ο πασίγνωστος ποιητής μας Ματία Μπέτσκοβιτς, όταν είδε τον πατέρα Ιουστίνο για πρώτη φορά -ήταν ήδη προς το τέλος του γήινου βίου του- είπε ότι περίμενε πως θα συναντούσε κανένα γεροντάκι, ενώ είδε τον πατέρα Ιουστίνο ζωντανότατο, σαν φωτιά.
Του άρεσε να φιλοξενήσει, να συνοδεύσει το φιλοξενούμενο μέχρις έξω από το μοναστήρι, με πολλή αγάπη, ν' ακούσει το λόγο του άλλου, σαν μικρό παιδάκι.
Κάποια φορά, όταν είχα επιστρέψει στη Σερβία από την Ελλάδα και του έλεγα διάφορα πράγματα για το Άγιον Όρος, έκλαιε. Ξαφνιασμένος τον ρώτησα γιατί έκλαιε και τον ακούω να λέει:
-Αχ Ιουστίνε, πώς πέρασες ταλαίπωρα αυτή τη ζωή. Αυτοί είναι οι πραγματικοί μοναχοί, αυτοί που ζουν στο Αγιον Όρος.
Και μετά γύρισε και με ρώτησε:
-Τι λές, πάτερ Αμφιλόχιε; Υπάρχει για μένα σωτηρία; Να ξέρεις, έχω μία ελπίδα. Δι' ευχών των αγίων αυτών ανθρώπων, των Αγιορειτών, να ελεήσει κι εμένα ο Θεός. Περίμενε από εμένα λόγο σωτηρίας. Τέτοιο ήταν το μέγεθος της ταπείνωσης του.
Κ.Ι.: «Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Αυτό ακριβώς. Και ξέρετε, κύριε Ιωαννίδη, αυτό, που μου έκανε εντύπωση από τη γνωριμία μου με τέτοιους ανθρώπους, είναι ότι μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι σαν να τους γέννησε η ίδια μάνα' αυτό το βλέπεις και στη μορφή τους και στη συμπεριφορά τους και στα λόγια τους.
Κ.Ι.: Αυτή είναι η άνωθεν γέννα.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Είναι, ακριβώς, αυτό το πράγμα.
Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα λουλούδια. Έλεγε μάλιστα ότι ενώπιον του Θεού θα μας δικαιώσουν τα παιδιά και τα λουλούδια.
Κ.Ι.: Πάρα πολύ ωραίο είναι αυτό.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Σ' ένα Σέρβο συγγραφέα και δημοσιογράφο, που ζει στο Παρίσι και ο οποίος είχε πάει να τον δει, είπε δείχνοντας του τα λουλούδια, που είχε φυτέψει:
-Αδελφέ Κομνηνέ, πάρε στα μάτια σου λίγη απ' αυτήν την καλλονή, διότι θα την έχεις ανάγκη εκεί στο Παρίσι.
Εντυπωσιάστηκε απ' αυτό ο συγγραφέας, διότι, όπως έλεγε μετά, περίμενε να βρει ένα μοναχό κλεισμένο στα τείχη του και στη νοοτροπία του, ενώ, αντίθετα, βρήκε έναν άνθρωπο με τέτοια ευαισθησία για το μυστήριο της φύσης (3).
Κ.Ι.: Την ίδια ευαισθησία για τη φύση είχε και ο Γέρων Πορφύριος. Κι έπαιρνε από τη φύση πολλά παραδείγματα, τα οποία χρησιμοποιούσε στο ποιμαντικό του έργο. Ένα πνευματικό του τέκνο θυμάται μια φορά, που ο Γέρων Πορφύριος έδειξε ένα λουλουδάκι και είπε: «Το λουλουδάκι αυτό με το άρωμά του δοξάζει τον Κύριο».
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ: Αν σήμερα πολλοί από τους νέους στη Σερβία στράφηκαν στην Εκκλησία, αυτό οφείλεται στην παρουσία του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς και πάρα πολλοί νέοι εξακολουθούν να πηγαίνουν στον τάφο του μέχρι σήμερα. Η παρουσία του υπήρξε πάρα πολύ σημαντική και οπωσδήποτε στο μέλλον θα δώσει μεγαλύτερους ακόμη καρπούς.
(Από το βιβλίο «Γεροντικό του 20ου Αιώνος», Ιωαννίδης Κλείτος, Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος)